ΔΗΜΗΤΡΟΚΑΛΛΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ


Ο Γ. Δημητροκάλλης υπηρέτησε στο 34ο Σύνταγμα Πεζικού, από την αρχή του πολέμου μέχρι και τη γερμανική εισβολή και την επακόλουθη ελληνική υποχώρηση
[Αποστολέας: Ι.Γ. Δημητροκάλλης].

Επιστολές Γ. Δημητροκάλλη προς τη σύζυγό του Μαρία
20 Νοεμβρίου 1940
Μαρία μου γεια σου
Σου έγραψα και χθες δυο λόγια, αλλά, μια και μου δίδεται η ευκαιρία, σου γράφω και σήμερα. Επειδή βρισκόμαστε, τώρα πια, στα χιόνια και το κρύο είναι αρκετά δυνατό, σε παρακαλώ πολύ να μου στείλεις το συντομώτερον, 1 πουλόβερ πολύ χοντρό, 1 ζεύγος γάντια μάλλινα χονδρά και 2-3 ζεύγη κάλτσες χονδρές μάλλινες. Για όλα αυτά θα σου στείλω λεπτά μόλις μπορέσω.
Τα πράγματα αυτά θα μου τα στείλης ταχυδρομικώς στην διεύθυνσή μου, όταν σου γράψω πως έλαβα γράμμα σου, διότι μέχρι σήμερα δεν έλαβα κανένα γράμμα. Χαιρετισμούς εις όλους τους γνωστούς και φίλους. Στο Γιαννάκι μας πολλά φιλιά.
Σε φιλώ γλυκά, γλυκά,
ο Γιώργος σου.
Υ.Γ. Το πουλόβερ να είναι με μανίκια και κλειστό μέχρι τον λαιμό, με φερμουάρ. Μην ξεχάσης να μου γράψεις εάν έλαβες 1.000 δρχ. που σου έστειλα.

21 Νοεμβρίου 1940
Αγαπημένη μου Μαρία
Σήμερα είναι η γιορτή σου. Η ημέρα αυτή, για αρκετά χρόνια, ήταν για μας μία από τις καλλίτερες ημέρες του χρόνου. Αυτό είχα υπ’ όψιν μου και δεν ήθελα να την περάσω εν αδρανεία, έστω και εάν είμεθα χώρια.
Πήρα τους αγαπημένους συναδέλφους μου, που η κοινή τύχη μάς ενώνει, καλλίτερα κι’ από ερωτευμένους, και γιορτάσαμε κατά πρωτότυπον τρόπον την γιορτή σου. Εις ενθύμιον, δε, θα σου στείλω και δυο φωτογραφίες με τις θερμότερες ευχές μου.
Εσύ δεν σκέπτεσαι, ποτέ, κατά τον τρόπον τον ιδικόν μου και δεν αμφιβάλλω πως θα ήσουν στενοχωρημένη. Σου συνιστώ, όμως, και διά τελευταίαν φορά, όχι μόνον μην στενοχωρείσαι, αλλά να είσαι υπερήφανη και ευχαριστημένη, διότι, εξ άλλου, ξέρεις πολύ καλά πως η ζωή αυτή μού άρεσε ανέκαθεν. Δεν μπορείς να φαντασθείς πόσον ωραίον είναι να κινείσαι, να εργάζεσαι και εν γένει να ζεις μόνον για την τιμή και την δόξα της Πατρίδος.
Στο Γιαννάκι μας χίλια φιλάκια

27-11-40
Μαρία μου γεια σου
Σου γράφω και από κάποιο άλλο μέρος δυο λόγια, για να μάθεις πως είμαι καλά και για να σας στείλω και χαιρετισμούς μου, συγχρόνως δε, διά να προσέξετε την αλλαγή της διεύθυνσής μου: Γ. Δημητροκάλλην, αξιωματικόν, 46/ Μ.Σ./ Τ.Τ. 912
Επειδή πιθανόν να μην λάβω γράμμα σου με την παληά διεύθυνση, γράψε μου αμέσως, να μάθω για την υγείαν σας.
Σε φιλώ
Γιώργος

1 Δεκεμβρίου 1940
Μαράκι μου γεια σου
Σου έχω γράψει κι’ εγώ δεν ξέρω πόσα γράμματα και απάντηση δεν έχω λάβει ακόμη. Βέβαια, δεν λέω ότι αδιαφόρησες και δεν μου έγραψες, αντιθέτως είμαι βέβαιος πως μου έγραψες κι εσύ όσες φορές σου έγραψα, αλλά, δυστυχώς, τεχνικές δυσχέρειες εμποδίζουν την συνεννόησή μας. Πάντως, δεν θέλω πολλά πράγματα, 1ον να μαθαίνω πως είσθε καλά, και γι’ αυτό δεν χρειάζεται παρά ένα μόνο σου γράμμα να λάβω, και 2ον να μαθαίνετε κι εσείς πως είμαι καλά. Θέλω να δίνεις χαιρετισμούς σε όλους τους γνωστούς και ιδιαιτέρως εις τους γονείς μας και τους θείους μας. Να μου φιλήσης το Γιαννάκι μας.
Σε φιλώ γλυκά, γλυκά
ο Γιώργος σου

Τ.Τ. 850 19-12-1940
Μαράκι μου, χρυσή μου γυναικούλα
Μόλις σήμερα μου δίνεται η ευκαιρία να σου γράψω, με άνεση, δυο λόγια για να μάθεις κατά το δυνατόν την εκ πολέμου ζωή μου, διά την οποίαν τόσον έχεις στενοχωρηθεί. Αγωνίζομαι, όπως κάθε Έλλην, εις τα άγρια και χιονοσκεπασμένα βουνά της Αλβανίας, για να προωθήσωμεν τα σύνορα της Ελλάδος όσο μπορούμε πιο ψηλά και για να δημιουργήσουμε ευτυχισμένο το μέλλον όλων των ηρώων Ελλήνων, που τα χαλύβδινα στήθη τους διώχνουν τους άτιμους Ιταλούς, όσο προφθάνουν πιο πίσω. Δεν μπορείς να φαντασθής πόση χαρά και υπερηφάνεια αισθάνομαι όταν προσφέρω τα πενιχράς υπηρεσίας μου προς την πατρίδα, εις εξαιρετικώς δυσκόλους στιγμάς. Δεν ξέρω αν έχεις ιδή το έργον, […] ε, μόνον τότε θα είναι δυνατόν να φαντασθής τη ζωή μας στην πραγματικότητα. Με την ίδια αγωνία, με την ίδια προσπάθεια και προ πάντων με το ίδιο χαμόγελο, εργαζόμεθα νυχθημερόν, με μόνον σκοπόν την τιμήν και το μεγαλείον της νέας μεγάλης μας Ελλάδος. Οι αιχμάλωτοι εχθροί μας, που σαν κοπάδια προβάτων πολλάκις οδήγησα, θαυμάζουν την αντοχήν μας και παρομοιάζουν τα στήθη και τη λόγχη μας με την γραμμή Μαζινώ. Προχθές, πηγαίνοντας σε κάποιο χωριό, συνήντησα τον Στάθη του Μουμούση με ένα μούσι πελώριο, μουστάκι, τσιμπούκι, και ένα ύφος περιηγητού, έτσι που δεν τον γνώρισα παρά μόνον όταν μου είπε πως είμαι ο Μουμούσης. Προ ολίγων ημερών, πέρασε από ένα άλλο χωριό, που ήμουνα, ο αδελφός μου ο Δημήτρης και ρώτησε κάποιο φαντάρο και έμαθε ότι ήμουν εκεί, αλλά δεν μπόρεσε να με συναντήση. Ο Νίκος ο Δημητροκάλλης αγωνίσθηκε σαν ήρωας πραγματικός. Λάβαμε μέρος στις πιο μεγάλες νίκες που γιορτάσατε στην Αθήνα και που θα γιορτάζουν αιωνίως οι Έλληνες. Του Βαγγέλη και του Νώντα έχω χάσει τα ίχνη τους προ πολλού, δεν ξέρω ποια είναι η τύχη τους.
Γράμμα σου δεν έλαβα ακόμη, ελπίζω ότι εντός 2-3 ημερών θα τα λάβω όλα μαζί.
Χαιρετισμούς εις όλους τους δικούς μας. Φίλα μου γλυκά το μονάκριβο Γιαννάκι μας.
Σας φιλώ γλυκά
Ο Γιώργος σου

ΥΓ. Στείλε μου μερικές πλάκες του φακού πλακέ, όχι στρογγυλές, γιατί τον μεγάλο τον πέταξα.

Τ. Τ. 850 1ο 20-12-40
Μαράκι μου γεια σου
Σε λίγες ημέρες έχομε Χριστούγεννα. Εμείς θα γιορτάσουμε τα Χριστούγεννα με το μεγαλύτερο κέφι. Εύχομαι κι’ εσείς να περάσετε όλες αυτές τις Άγιες Ημέρες με υγείαν και χαρά. Χαιρετισμούς σε όλους τους συγγενείς και φίλους, Φίλησέ μου το Γιαννάκι μας.
Σε φιλώ
ο Γιώργος σου

26-12-40
Μαράκι μου γεια σου
Θα έπρεπε να έχω καιρό να σου περιγράψω πώς πέρασα τα Χριστούγεννα εφέτος, αλλά, δυστυχώς, δεν έχω ούτε ευκαιρίαν αυτήν την στιγμή, ούτε τας απαιτούμενας ψυχικάς και σωματικάς δυνάμεις. Σου γράφω εν ολίγοις τα εξής.
Την παραμονήν των Χριστουγέννων, επιστρέφοντας το βράδυ από μια πολύ κουραστική υπηρεσία, βρήκα τον Δημήτρη να με περιμένει στον εφοδιασμό. Μείναμε εκείνο το βράδυ μαζί και έφυγε την άλλην ημέραν το πρωί. Τον περιποιήθηκα, έτσι που δεν θα τον περιποιόμουνα και στο σπίτι μας να ήμουναμ και έφυγε κατενθουσιασμένος. Του έδωσα και 500 δραχμές, που ήτο άψιλος. Είναι πολύ πιο παχύς από ότι ήτο πρώτα. Μόλις έφυγε ο Δημήτρης, έρχεται ένας ταχυδρομικός σάκκος και λαμβάνω το πρώτο σου γράμμα, ή μάλλον το πρώτο γράμμα από τον καιρό που έφυγα. Είχε ημερομηνίαν 30 Νοεμβρίου και μου έγραφες ότι έλαβες ένα μου γράμμα και τις 1.000 δραχμές. Αυτά τα δυό γεγονότα είναι αρκετά για να καταλάβης πόσο ωραία και ευχάριστα είναι τα Χριστούγεννα του 1940.
Την παραμονή των Χριστουγέννων σού έστειλα 2-3 γράμματα από το Αργυρόκαστρο, όπου είχα στείλει έναν στρατιώτη και μίαν επιταγή 1.000 δραχμών για Χριστουγεννιάτικο δώρο. Αλλά τα έστειλα στην διεύθυνση την παλαιά, Ασκληπιού 52. Λοιπόν φρόντισε να τα πάρης. Περιμένω εναγωνίως το πουλόβερ και τα γάντια. Σήμερα έλαβα και μια κάρτα σου υπό ημερομηνία… Περιμένω επίσης μια φωτογραφία σου με το παιδί, την θέλω απαραιτήτως και σύντομα. Αύριο θα γράψω και στον Τάκη και θα μηνύσω και στον Δημήτρη, ναρθή να του ειπώ τα νέα. Μην ξεχάσεις να μου στείλεις τουλάχιστον 10 στήλες του φακού πλακέ, όχι στρογγυλές, γιατί εκείνον τον πέταξα. Στο σπίτι και στους θείους πολλούς χαιρετισμούς. Στον Γιώργο του Τάσου να πίνη καμμιά ρετσίνα και για μας, γιατί εδώ δεν έχουν όχι κρασί, αλλά ούτε μάτια.
Στο Γιαννάκι μας και στα χειλάκια σου χίλια φιλιά.
Ο Γιώργος σου

ΥΓ. Χθες είδα και τον Βαγγέλη, είναι πολύ καλά.

31-12-40
Μαράκι μου, χρυσή μου γυναικούλα
Αύριο ξημερώνει η 1 ημέρα του 1941. Εύχομαι από τα βάθη της ψυχής μου το νέον έτος να μας ενώση και να μας χαρίση, όπως και σε κάθε Έλληνα, την ευτυχίαν και την χαρά. Στην αγαπημένη μας πατρίδα, νίκην, δόξαν και σύνορα πλατειά.
Άλλο γράμμα σου, από αυτά τα δύο που σου έγραψα προχθές, δεν έλαβα και δεν ξέρω εάν μου έστειλες το πουλόβερ που σου έγραψα και τα γάντια. Έχε υπ’ όψιν σου ότι τα περιμένω, διότι μου κάνουν απόλυτον ανάγκην. Φαντάζομαι θα έχης λάβει αύριο το 1.000 που σου έστειλα προ ημερών στην διεύθυνση την παλιά, Ασκληπιού 52, και θα με αντιπροσωπεύσεις επαξίως εις το πόκερ της Πρωτοχρονιάς.
Στο Γιαννάκι μας θα πάρης ένα ποδηλατάκι γιατί του το είχα τάξει όταν ήμουν αυτού. Περιμένω οπωσδήποτε δυο φωτογραφίες σας καλές, πολύ καλές, λεπτά μη λυπάσαι καθόλου, η νίκη της Ελλάδος θα σημάνει και την νίκην της πείνας. Χθες ζήτησα πάλιν τον Δημήτρη, αλλά είχε φύγει από εκεί που ήτο. Επίσης έγραψα και στον Τάκη να μάθω τι γίνεται. Ο Γιώργος έγραψε καθόλου; Από την Νάξο έλαβες κανένα γράμμα; Εγώ δεν έλαβα καθόλου γράμμα τους. Γράψε τους και εσύ κανένα γράμμα, γιατί η κακομοίρα η μάνα μου θα είναι απαρηγόρητη. Τα σέβη μου εις τους γονείς μας θείους και θείες.
Χαιρετισμούς εις όλους τους γνωστούς και ξένους.
Σας φιλώ γλυκά με το Γιαννάκι μας.
Ο Γιώργος σου

1-1-1941
Αγαπημένη μου γυναικούλα
Οι καμπάνες της εκκλησίας και οι σάλπιγγες του στρατού καλούν όλους τους χριστιανούς πολίτας και στρατιώτας να προσέλθουν εις τον Άγιον της εκκλησίας χώρον, να ευχαριστήσουν τον θεόν και να τον παρακαλέσουν με το νέον έτος να χαρίση εις την ηρωϊκήν Ελλάδα μας την νίκην και την ευτυχία. Απ΄ όλα τα στόματα μία ακούγεται ευχή: «Το νέον έτος νικηφόρον και γρήγορα στα σπίτια μας». Η ψυχή του κάθε Έλληνος στρατιώτου μας ίσως για πρώτη φορά αισθάνεται μια νοσταλγία να τον συγκινεί. Έτσι, κι’ εγώ, νοιώθοντας μια ιερή υποχρέωσι να με σπρώχνει, ήλθα αμέσως, κάθισα και σου γράφω δυο λόγια. Μόλις μπήκα μέσα στο δωμάτιο, ήλθε ένας στρατιώτης μου και μου φέρνει το δέμα σου, με το πουλόβερ, τα γλυκά κ.λπ. Με τι χαρά το άνοιξα και με πόση συγκίνηση αντίκρισα την γαλανόλευκη σημαία μας, με τον σταυρό κεντημένη επάνω στο πουλόβερ, δεν μπορώ να σου περιγράφω. Τα σοκολατάκια των Ηνωμένων Βουστασίων, τα γράμματά σου, τα δώρα, τα άπειρα δώρα της νεολαίας και του Ερυθρού Σταυρού. Ο ρυθμικός κρότος των πυροβόλων, που λες και είναι το χαρμόσυνον κανονάκι του Λυκαβηττού, όλα μαζί μας κάνουν να νοιώθουμε ένα περιβάλλο διαφορετικό, που μυρίζει Αθήνα.
Γράμματά σου τώρα λαβαίνω πολύ τακτικά και μαζεμένα, καθώς και του Γιώργου του Λεγάκη. Λεπτά τώρα δεν μπορώ να σου στείλω, διότι είναι αδύνατος ο τρόπος της αποστολής, αργότερα, μόλις μου δοθή ευκαιρία, και οσάκις μου δίδεται, θα σου στέλνω λεπτά. Μην μου γράφης, και μάλιστα σε κάρτες που διαβάζονται απ΄ όλο τον κόσμο, για λεπτά. Στους γονείς μας, θείους, θείες, φίλους και γνωστούς, εύχομαι χρόνια πολλά και ευτυχισμένα. Στο Γιαννάκι μας χίλια φιλάκια.
Σε φιλώ γλυκά,
ο Γιώργος σου

ΥΓ. Γράμμα μη μου γράφεις στην παλιά διεύθυνση, σε 2-3 ημέρες θα σου ξαναγράψω. Εάν αργήσω να γράψω, ξαναγράψε μου στην ίδια διεύθυνση.

11-1-1941
Αγαπημένη μου γυναικούλα
Έχω λάβει, μέχρι τώρα, πολλά γράμματά σου και δελτάρια, αλλά είναι όλα παλαιών ημερομηνιών, το τελευταίον είναι της 16 Δεκεμβρίου.
Εγώ σου έγραφα, από όπου ήμουνα, πολύ τακτικά και από δυο λόγια πάντοτε. Σήμερα, που γυρίσαμε σε κάποιο χωριουδάκι και ξεκουραζόμαστε, αφού φάγαμε ένα σωρό Ιταλούς, βρίσκω τον καιρό να σου γράψω λίγο περισσότερα πράγματα και να σε ρωτήσω για διάφορα άλλα, που δεν σκέφτηκες να μου γράψεις, σαν να βρισκόσουν κι’ εσύ στο μέτωπο και δεν άδειαζες. Π.χ. δεν μου έγραψες για τον Γιώργο μας, τι γίνεται […].
[…] Μάλλινα είδη να μην μου στείλεις, διότι η ΕΟΝ και ο Ερυθρός Σταυρός έστειλαν απ’ όλα. Εάν μπορείς να στείλης κάτι, να στείλης φαγώσιμα και ιδίως γλυκά. Επίσης, θα περιμένω ένα πολύ έξυπνο και λεπτό ημερολόγιο, όπως εκείνο της Εθνικής Τραπέζης.
Φίλησέ μου το Γιαννάκι μας και πες του πως ο Μπαμπάς του έχει σκοτώσει τόσους πολλούς Ιταλούς, που δεν χρειάζεται ναρθεί και κείνο.
Να μου γράφης σε φάκελλα και όχι σε κάρτες, για να μαθαίνω τα νέα σας, όχι με τα δυο λόγια της κάρτας.
Τα σέβη μου στους γονείς μας, θείους, αδέλφια και παππού.
Σε φιλώ γλυκά
Ο Γιώργος σου

Τ.Τ.850 15-1-1941
Αγαπημένη μου, γυναικούλα μου
Σου έγραφα στο προηγούμενο γράμμα μου πως δεν θέλω να μου στείλης τίποτα μάλλινα, διότι έχω απ’ όλα. Ας είναι καλά η ΕΟΝ και ο Ερυθρός Σταυρός.
Αυτές τις ημέρες θα πάρω το μισθό του Ιανουαρίου και θα σου στείλω 2.000 δρχ. Εξ αυτών θα διαθέσης 500 δρχ., για να μου στείλης, σε ένα ή δύο δέματα, τα εξής είδη:
1. Μισή οκά καθαρισμένα καρύδια.
2. Μισή οκά καθαρισμένα αμύγδαλα.
3. Πενήντα δρχ. φυστίκια καλά.
4. Μία οκά σταφίδα ξανθιά.
5. Μερικά σύκα της ζελατίνης.
6. Ένα μεγάλο κομμάτι μουρταδέλα άκοπη και σαλάμι και
7. Δύο σοκολάτες από τις χονδρές.
Αν δεν τελείωσε το 500ρικο, στείλε και κανένα κουτί μαρμελάδα, ή φοντάν με λίγες καραμέλες.
Αυτά όλα τα θέλω, επειδή βέβαια δεν τα παίρνει όλα αυτά ένα δέμα, να τα κάνης 2 ή 3 ή έστω και 4.
Εάν έχεις λεπτά, στείλε μου τα αυτά αμέσως μόλις λάβης το γράμμα μου. Εάν δεν έχεις λεπτά, δανείσου από οποιονδήποτε και στείλε μου τα. Λεπτά μην λογαριάζης καθόλου. Εγώ τώρα είναι δύσκολα να σου στείλω, αργότερα όμως, που θα πάμε για ανάπαυσι, θα σου στείλω αρκετά. Εδώ που είμεθα εμείς δεν ξοδεύομε ούτε δεκάρα, έχομεν ξεχάσει το δούναι και λαβείν και εν γένει την ύπαρξιν χρήματος.
Σου είχα γράψει, προ πολλού καιρού, να μου στείλεις τουλάχιστον 10 πλάκες φακού πλακέ. Μου είναι πιο αναγκαίες και από το ψωμί ακόμη.
Μόλις γράψετε του Γιώργου στην Αμερική, γράφτε του ότι όταν έλθη, δεν πρέπει να ανταμωθούμε, εάν δεν μου φέρη ένα στυλό από την καλυτέραν μάρκα που υπάρχει στην Αμερική και όσο θέλει ας έχει. Τώρα είμεθα εις θέσιν να του το πληρώσωμε. Επίσης, ένα μουσαμά (αδιάβροχο) σαν τον δικό του. Χαιρετισμούς εις όλους. Το Γιαννάκη μας φιλώ.

Σε φιλώ
ο Γιώργος σου

17-1-1941
Μαρία μου γεια σου.
Τώρα δα έλαβα δυο δελτάριά σου, υπό ημερομηνία 26/12 και 3/1, και διάβασα με έκπληξίν μου ότι έχεις ένα μήνα να λάβης γράμμα μου, ενώ εγώ σού γράφω τακτικότατα…

3-2-1941
Αγαπημένη μου γυναικούλα
Έπειτα από 3 μήνες που λείπω στον πόλεμο, χθες για πρώτη φορά σε είδα στον ύπνο μου και μάλιστα πολύ αδύνατη και στενοχωρημένη. Φαίνεται πως θα στενοχωρείσαι, παρ’ όλον ότι στα γράμματά σου δεν μου δείχνεις τέτοιο πράγμα. Σου γράφω λοιπόν και πάλιν, και μάλιστα για τελευταία φορά, ότι δεν πρέπει να στενοχωρείσαι καθόλου, διότι εμείς είμεθα πολύ καλά. Για να πεισθής δε, σου γράφω έστω και για πρώτη φορά, με λίγα λόγια, την πολεμική μας ζωή.
Όταν βρισκόμαστε στα μετόπισθεν, δεν κάνωμε τίποτα άλλο παρά να τρώμε διαρκώς κάθε λογής φαγητά, κρέατα, κοκορέτσια, γλυκά πορτοκάλια και ό,τι άλλο νομίζεις, να τραγουδάμε, να παίζωμε χαρτάκια, μέσα σε διάφορες καλύβες και να περιμένουμε, με λαχτάρα, να έρθει η σειρά μας πάλι, για να πάμε στην πρώτη γραμμή, να ζήσουμε την χαρά της εκδικήσεως των ατίμων και την συγκίνηση της μάχης. Δεν μπορείς να φαντασθείς πόσον ευχάριστον πράγμα είναι η μάχη και πόσον πάλλει η κάθε ελληνική ψυχή, όταν όλα τα μηχανήματα της σημερινής πολεμικής τέχνης φωτίζουν το σύμπαν από τις φλόγες των και δονούν τρομακτικά, γη και αέρα, από τους κρότους τους. Πάντοτε όμως, κάτω από αυτά ακούγεται, διαυγέστατα, η ψυχή των ηρώων μας «απάνω τους παιδιά, τους φάγαμε παιδιά, βαράτε τους αλύπητα, παιδιά» και άλλα παρόμοια, που σε κάνουν να συγκινείσαι και να μη σκέπτεσαι τίποτα άλλο, παρά μόνο πως θα προχωρήσωμεν το συντομότερον πιο μπρος πάντοτε.
Προ ολίγων ημερών είχα την ευτυχίαν να ζήσω μιαν τέτοια μεγάλη χαρά. Μία από τις τελευταίες λυσσώδεις απεγνωσμένες αντεπιθέσεις των Ιταλών εξαπελύθη και επί του μετώπου που υπερασπίζαμε με τους λεβέντες μας. Έτσι, ολόκληρον νύκτα εσείετο το σύμπαν, έτσι που ενόμιζε κανένας ότι ευρίσκεται εις άλλον κόσμον.
Εκμεταλλευόμενοι των τρομερών εκρήξεων που εδόνιζε το σύμπαν τριγύρω μας και του πυκνού σκότους, κατόρθωσαν να φθάσουν σε τέτοια απόσταση, ώστε να βρεθούμε στήθος με στήθος. Το τι έγινε δεν λέγεται. Από του ήρωος Λοχαγού μας, μέχρι του τελευταίου φαντάρου μας, παλεύαμε σαν λιοντάρια, με αποτέλεσμα όχι απλώς να διατηρήσωμε τας θέσεις μας, αλλά να επιφέρωμεν τοιαύτας απωλείας εις τον εχθρόν, που είναι ζήτημα αν μας διέφυγεν το 1/10 εκ των επιτεθέντων.
Τώρα πάλι ζούμε την ζωή της αναπαύσεως και αναμένομεν με λαχτάρα την σειρά μας εις το πεδίον της τιμής. Ο Νίκος και ο Δημήτρης είναι πολύ καλά. Στο Γέρο μας έστειλα χθες ένα τηλεγράφημα, γιατί ακόμη δεν έχω λάβει γράμμα τους. Μάλλινα είδη δεν θέλω καθόλου, έχω απ’ όλα. Ας είναι καλά η ΕΟΝ. Στείλε μου 4 αστέρια, γιατί είμαι σαν φαντάρος.
Λεπτά θα σου στείλω αυτές τις ημέρες. Χαιρετισμούς εις όλους και γνωστούς και φίλους. Τα σέβη μου εις τους γονείς μας, παππού, θείους και θείες. Το αγοράκι μας να μου το φιλήσεις πολλές φορές και να του αγοράσεις ό, τι θέλει. Γράφε στους γέρους μου στη Νάξο τακτικά.
Σε φιλώ γλυκά
Ο Γιώργος σου

23-2-41
Αγαπημένη μου γυναικούλα
Επιστρέφοντας χθες, από το πεδίον της μάχης, κατάκοπος, έπειτα από πολυήμερο αγώνα, ο οποίος πολλά νέα υψώματα, πολυάριθμους αιχμαλώτους και άφθονον υλικόν προσέφερε εις την ένδοξο πατρίδα μας, έλαβα 10 επιστολάς σου, διαφόρων ημερομηνιών και υπό διάφορον πνεύμα γραμμένες. Δεν φαντάζεσαι τι άξιζε αυτό το δώρο εκείνη την στιγμή για μένα.
Παρ’ όλον ότι ήμουν πάντοτε υπερήφανος και εγωιστής εις τοιούτου είδους ζητήματα, ομολογώ ότι δεν άντεξα να συγκρατήσω τα δάκρυά μου όταν αντίκρισα τις φωτογραφίες σας.
Πόσο ωραίο, πόσο χαριτωμένο, πόσο διαφορετικό μού φάνηκε το αγοράκι μας και πόσα μού θύμισε η μορφή σου. Λίγη ώρα παρέμεινα εις την θλιβερήν αυτή αναπόλησιν και αμέσως συνήλθα, ικανοποιημένος με όσα προσέφερα εις την αξίαν πάσης θυσίας πατρίδα μας.
Ο ήρωας Λοχαγός μας πληγώθηκε την πρώτη ημέρα της μάχης, δηλαδή προ μιας περίπου εβδομάδος και ως έμαθα έρχεται για την Αθήνα, επομένως, εάν θέλεις, μπορείς να πας να τον βρεις με τον Γιώργο να σου ειπή τα κατορθώματά μας. […]
Σου στέλνω 3.000 δρχ., τις 1.000, ακριβώς τις 1.000, θα τις διαθέσεις επάνω στο Γιαννάκι μας. Δεν έχεις ανάγκη να δώσεις λόγο σε κανέναν και θα του πάρης ό,τι νομίζεις καλλίτερο, απαραιτήτως, δε, ένα ποδηλατάκι και πολλά καλά παιχνίδια. Χαιρετισμούς στα παιδιά, τα σέβη μου εις τους γονείς μας, χίλια φιλιά στα χειλάκια σου και στο Γιαννάκι μας.
Ο Γιώργος σου

26-2-41
Αγαπημένη μου γυναικούλα.
Καθισμένος μονάχος, μέσα στο φτωχικό τσαντιράκι μου, με συντροφιά τη ζεστασιά μιας πλούσιας φωτιάς και τις φωτογραφίες σας, αναπολώ την ωραία ζωή που περάσαμε και μετά πεποιθήσεως φαντάζομαι την συνέχισίν της πιο ευτυχισμένη, πιο χαρούμενη, αν και ο εχθρός δεν ευρίσκεται παρά μόλις 300 μέτρα μπροστά μας, και γύρω μας σκορπίζουν, κάθε λίγο, τον τρόμον και τον θάνατον όλα τα σύγχρονα πολεμικά όπλα. Πιστεύω, λέγω μετά πεποιθήσεως, εις τούτο, διότι ελπίζω εις την βοήθειαν της Παναγίας, εις τις ευχές και τις παρακλήσεις της μάνας μου και σένα. […] Προχθές έλαβα και το τελευταίο δέμα με τα γάντια και τις κάλτσες. Έχω λάβει, δηλαδή, εν όλω τρία δέματα […]. Τα λεπτά, που σου έγραφα, θα τα ταχυδρομήσω σε 2-3 ημέρες, διότι δεν ήλθεν ο ταχυδρόμος ακόμη. […]

ΥΓ. Αγαπημένο μου Γιαννάκι, σε είδα στη φωτογραφία και σε φίλησα χίλιες φορές και, επειδή φαίνεσαι καλό παιδί, σου στέλνω πολλά λεπτά, να σου αγοράση η μαμάκα πολλά παιχνίδια.
Ο Μπαμπάκας σου

4-3-41

Αγαπημένη μου γυναικούλα
Μια και δεν έχω δουλειά σήμερα και επειδή αργότερα δεν θα ευκαιρώ να σου γράψω, πήρα το χαρτάκι να κουβεντιάσω λίγο μαζί σου, που τόσο με ευχαριστεί. Προχθές σου έγραψα όλα μου τα νέα και έτσι σήμερα δεν έχω τίποτα νεώτερον. Προχθές έφυγε για την Αθήνα ο συνάδελφός μου Ανθ/γός Μπούρτζος, ο οποίος ετραυματίσθη στην επίθεση που κάναμεν οι δυο μας και να πας στο σπίτι του, Ζαχαρίτσας 37, στο Κουκάκι, να σου πη όλα μας τα νέα. Με αυτό το παιδί περάσαμε όλες τις ημέρες του πολέμου, ο ένας δίπλα στον άλλον, και όταν τον συναντήσεις, είναι σαν να ιδής εμένα και να σου διηγούμαι εγώ. Είναι δε και πολύ ευχάριστος τύπος και από καλή οικογένεια. Τώρα είμαστε με τον υπολοχαγό Παπαδάκην, ένα κοντό παιδί που είμαστε στην Πλάκα (Μεσόγεια) και πίναμε καφέ, κάτω από το αντίσκοινο την ημέραν που έβρεχε. Περνάμε θαυμάσια, φαΐ, γλέντι και τραγούδι, στην ανάπαυσιν και μάχη στην πρώτη γραμμή.
Σ’ ένα από τα 6 γράμματά σου, που έλαβα στο προχθεσινό ταχυδρομείο, διάβασα που μου έγραψες ότι φόρεσες το μαύρο και μονάκριβο φορεματάκι και βγήκες έξω. Σου γράφω όμως διά τρίτην φοράν τώρα, να μου γράψης ό,τι ελλείψεις έχεις, ή μάλλον πόσα λεπτά θέλης να συμπληρώσεις όλας σου τας ελλείψεις. Ίσως είναι η μόνη φορά, μέχρι τώρα, που μπορώ να σου εκπληρώσω κάθε επιθυμίαν σου, από οικονομικής πλευράς.
Στον Γιώργο έχω στείλει μερικά λεπτά διά να τα καταθέση στο όνομά μου στο Ταμιευτήριο. Δεν θυμάμαι, όμως, πόσα. Αυτά βέβαια θα παραμείνουν για καμμιά κακή ώρα όταν με την βοήθεια του Θεού επιστρέψω. Ό,τι θέλεις, γράψε μου να σου στείλω από εδώ. Όταν θα πάμε σε εφεδρεία το Συν\μα, θα προσπαθήσω να σου στείλω μια γούνα από τις πιο καλές, που θα βρω και πολλά άλλα πράγματα του σπιτιού, αρκεί να ζήσω να πάμε σε εφεδρεία. Περιμένω να μου στείλεις πλάκες του φακού όπως δήποτε και 4 αστέρια. Χαιρετισμούς εις όλους τους δικούς μας τα σέβη μου εις τους γονείς μας.
Στο Γιαννάκη μας χίλια φιλάκια
Σε φιλώ γλυκά
Ο Γιώργος σου

Τ.Τ. 850 10-3-41
Μαράκι μου γεια σου
Χθες έλαβα 3 επιστολές σου, ημερομηνίας 18, 19, 20-2-41. Δεν σου απαντώ, όμως, επί του περιεχομένου των, διότι δεν ευκαιρώ. Απλώς, σου γράφω αμέσως δυο λόγια για να μάθεις πως είμαι καλά. Προ δύο-τρών ημερών συνηντήθημεν με τον αδελφό μου Δημήτρη και τον περιποιήθηκα καλά. Επίσης συνήντησα και τον Νικολή του Σταυριανού.

Τ.Τ. 850 14-3-1941
Αγαπημένη μου Γυκαικούλα
Στις 9 του μηνός μού έφερε ο ταχυδρόμος 3 επιστολάς σου, μία της Στέλλας και μία της Ιωάννας. Βρισκόμουνα στην πρώτη γραμμή και ούτε καιρό είχα να σας απαντήσω, ούτε χαρτοφάκελλα, επί πλέον δε, έβρεχε συνεχώς, και μέσα στο αντίσκηνο φαντάζεσαι τι ευκολίες είχα. Γι’ αυτό σου έγραψα μια κάρτα, να μάθης πως είμαι καλά, και σήμερον σού απαντώ επί των γραφόμενων σου.
Και πρώτον επί του οικονομικού ζητήματος. Έχω στείλει στο όνομά σου 2.000 δρχ και στο Γιώργο 11.300, εκ των οποίων τού έγραψα να σου δώσει 1.000 δρχ. την μίαν φορά, 1.500 την άλλην και 2.700 την τελευταίαν φοράν. Ήτοι, συνολικώς, 5.200 πρέπει να έχεις πάρει από το Γιώργο και 2.000 που σου έστειλα εγώ, 7.200. Τις υπόλοιπες 6.100 έχω γράψει στο Γιώργο να τις καταθέση στο Ταμιευτήριον, στο όνομά μου, να τις έχωμεν για κάθε κακό που θα μας συμβεί, εάν ευτυχήσωμε και ξανανταμωθούμε.
Σε κάποιο από τα προηγούμενα γράμματά σου, μου έγραφες ότι εφόρεσες το μαύρο και μονάκριβο φορεματάκι σου. Εγώ όμως στα πολλά γράμματά μου σου έγραψα να μου γράψης πόσα λεπτά θέλης για να τακτοποήσης όλες σου τις ανάγκες, να σου τα στείλω Είναι η μοναδική φορά που μπορώ να σου εκπληρώσω κάθε σου επιθυμίαν, από οικονομικής απόψεως. Έχω να ιδώ όχι ανθρώπους, για να ξοδέψω χρήματα, αλλά σπίτι, από την ημέραν του Αγίου Βασιλείου. Από αυτά που σου γράφω δεν θέλω να ξέρη κανένας τίποτα. Εσύ ξόδεψε όπου θέλης για τον εαυτόν σου και για το παιδί μας, χωρίς να δίδης λόγον σε κανένα. Ρώτησε τον Γιώργο και γράψε μου πού τα κατέθεσε τα λεπτά και να σου δώση το βιβλιάριον διότι από εδώ και πέρα θα τα καταθέτω στο Ταμιευτήριον, απ’ ευθείας, διά του ταχυδρόμου του Λόχου. Προχθές έστειλα 3.000 και πήρα βιβλιάριον εις το οποίον σε έχω αντιπρόσωπό μου, ώστε να μπορής να κάνης αναλήψεις, όταν παραστή ανάγκη. Μου γράφεις ότι σε συγκινούν και σε ενθουσιάζουν λεπτομέρειες από την πολεμική μας ζωή. Δυστυχώς, όμως, τώρα δεν μπορώ να σου γράψω, αργότερα θα μου δοθεί καιρός να σου γράψω. Αρκεί να σου ειπώ ότι έχω κάνει 4 επιθέσεις, πάντοτε επιτυχώς και έχω αποκρούση περί τας 10 αντεπιθέσεις των Ιταλών. Με το Γιαννάκι μας με ενθουσιάζεις και με συγκινείς, εξαιρετικά. Ελπίζω, όμως, να ευτυχήσω και σύντομα μάλιστα, να ζήσω κι εγώ τη χαρά του. Χαιρετισμούς εις όλους, τα σέβη μου εις τους γονείς μας, παππού, θείους και θείες.
Σε φιλώ γλυκά
Ο Γιώργος σου

Τ.Τ. 850 18-3-41
[…] Σου στέλνω δυο αλβανικά νομίσματα, να δώσεις το ένα στον Γιώργο τον Λεγάκη, που μου ζητάει να του στείλω κάτι το ιταλικό. Αυτό είναι το πιο γνήσιο, γιατί το έχω πάρει από τους αιχμαλώτους, που έπιασα μόνος μου. […]

22-3-41
Αγαπημένη μου γυναικούλα
Τώρα δα έλαβα 9 επιστολάς σου υπό διαφόρους ημερομηνίας, από 15-2-41 έως 16-3-41.

Τ.Τ. 850 29-3-1941
Προ ημερών έλαβα αρκετάς επιστολάς σου, καθώς και χθες, και σου είχα απαντήσει με δυο λόγια πάνω στην πρώτη γραμμή, γιατί ήμουνα εξαιρετικά απησχολημένος με τους άτιμους τους Ιταλούς, οι οποίοι τώρα τελευταία το είχαν βάλει πείσμα, μεγάλο, να μας σπάσουν την γραμμή, αλλά αργά κατάλαβαν με ποιους τα είχαν βάλει. Επί 24 ώρες μάς επιτεθεντο αλληλοδιαδόχως, εις το μέτωπον που υπερήσπιζα με τον Λόχο μου, ένα τάγμα Ιταλών. Τους έκανα όμως τέτοια πανωλεθρία, που θα τους μείνει αλησμόνητος, τη βοηθεία του φοβερού πυροβολικού μας. Εκ του επιτεθέντος τάγματος γλύτωσαν μόνον 45 άνδρες ως επισήμως ανεκοινώθη. Χωρίς να θέλω να υπερηφανευθώ, η τύχη μου έταξεν να παίξω τον σπουδαιότερον ρόλον εις την ιστορίαν του Τάγματός μας δι΄ ο και επροτάθην, ο μόνος του Συν/τος, εις τον βαθμού του Υπολοχαγού επ΄ ανδραγαθεία και μου ανετέθη και η διοίκησις του Λόχου μου, στον οποίον έδρασα. Τι μου έγραφες σε όλα εκείνα τα γράμματα δεν θυμάμαι, διότι δεν είχα προφθάσει καλά καλά να τα διαβάσω και τα έκανε σκόνη ένα βλήμα πυροβολικού.
Ο Γιώργος ο Λεγάκης έχει δικά μου λεπτά, 4.600, κοίταξε να τα πάρεις, ή όλα ή λίγα λίγα, για τον τακτικό σου μισθό και, όταν τελειώσουν, θα σου ξαναστείλω.
Το Σύνταγμά μου τώρα πάει, για λίγο, εφεδρεία, και έτσι θα ξεκουραστούμε, έπειτα από 4 μήνες διαρκή αγώνα, αλλά ένδοξον και νικηφόρον, και έτσι θα μου δοθεί, πιστεύω, ευκαιρία να ξοδέψω κι εγώ μερικά χρήματα, για να θυμηθώ στην παλιά ζωή.
Στο Γιαννάκι μας κάθε λίγο να παίρνεις και άλλα παιχνίδια, ώστε να του γεννάται διαρκώς και νέα χαρά. Ο Νίκος είναι πολύ καλά και είμεθα μαζι. Λυπήθηκα πολύ που μου γράφεις ότι είναι άρρωστη η μαμά σου, ελπίζω όμως να μην είναι τίποτα σοβαρό. Χαιρετισμούς εις όλους τους γνωστούς. Τα σέβη μου εις τους γονείς μας, θείους και θείες και παντού.
Σε φιλώ γλυκά
ο Γιώργος σου

Τ.Τ. 850 4-4-41
Αγαπημένη μου γυναικούλα
Τώρα, που βρισκόμαστε σε εφεδρεία και θα μας δίνεται ευκαιρία να γράφομε κι’ εμείς δυο λόγια περισσότερα από πριν και πιο ήρεμα, θα προσπαθήσω να σου περιγράψω την ζωή μας εδώ στην Αλβανία. Αυτό, όμως, θα γίνει από μεθαύριο, διότι τώρα έχω κάτι φασαρίες έως ότου τακτοποιήσω τον Λόχο μου, με τον οποίον έχω τόση δράση, μέχρι σήμερα, και θα θαυματουργήση, από εδώ και πέρα, με την νέα σύνθεσή του. Ήρθαν κάτι λεβέντες που δεν περιγράφεται η αξία τους.
Το Γιαννάκι μας να το περιποιείσαι πολύ και να του αγοράζεις ό,τι νομίζεις ότι το ευχαριστεί. Λεπτά τώρα έχεις και θα πάρεις και άλλα…

Τ. Τ. 850 6-4-41
[…] Έχω στο Λόχο μου καλή παρέα, τώρα, από χωριανούς μας, και περνάω μαζί τους όλες τις χαρές και τις λύπες μου. Μέσα στο οικογενειακό, σχεδόν, περιβάλλον ξεχνάω τις τόσες ευθύνες μου και την βαρειά αποστολή μας.
Παρ’ όλον, δε, ότι μάθαμε σήμερα ότι και νέον αίσχος εκάλυψε την σύγχρονον ιστορίαν, διά της επιθέσεως των Γερμανών εναντίον μας, δεν χάνομε καθόλου το θάρρος μας, αλλ’ είμεθα απολύτως βέβαιοι και λίαν αισιόδοξοι ότι η νίκη είναι δική μας. Είμαστε αποφασισμένοι χίλιες φορές, τώρα, να αποθάνωμεν δια την τιμήν της πατρίδος μας.
Σου στέλνω την βεβαίωσιν που μου ζητούσες διά να προμηθεύεσαι τρόφιμα από το Πρατήριον της Φρουράς Αθηνών.

Τ.Τ. 850 9-4-41
Μαράκι μου, χρυσή μου γυναικούλα
Μέσα σε μια ωραία τετράγωνη σκηνή, φτιαγμένη στις όχθες ενός ποταμού της Αλβανίας, κάτω από θεόρατα πλατάνια, που μόλις αρχίζουν να σκάνε τα πρώτα φύλλα τους, περνάω ευχάριστα τις ολίγες ημέρες της εφεδρείας μου, με την ωραία αξιώτικη παρέα μου.
Μέσα σ’ αυτό το ευχάριστο περιβάλλον, πήραμε την είδηση της κηρύξεως του πολέμου της Γερμανίας εναντίον μας, η οποία μας εδιπλασίασε την θέλησιν, την ορμή μας και την πεποίθησιν μας επί την τελικήν νίκην.
Εσείς, τώρα, θα υποφέρετε τρομερά από αεροπορικές επιδρομές και θα ήτο ευχής έργον εάν θα μπορούσες να πάρης το Γιαννάκι μας και να πας στη Νάξο. Λεπτά φαντάζομαι έχεις τώρα. Εάν θέλει, ας έρθη και η Μαμά μαζί σου με τα μικρά παιδιά. Χθες είχα γράμμα από τον Τάκη και μου έγραφε ότι περνάει θαυμάσια. […]

14-4-41
Μαρία μου, σου γράφω εν βία δυο λόγια για να μη θυμώνεις. Είμαι καλά και να μην ανησυχείς καθόλου. Εσύ φρόντισε εάν μπορείς να πας στην Νάξο, για να ξεφύγετε από την καταστροφήν των αεροπλάνων των βαρβάρων επιδρομέων…
Διάβασα με χαρά όσα μου γράφεις και επιφυλάσσομαι να σου γράψω, μετά από 2-3 ημέρες, που θα κατεβώ, γιατί τώρα βρίσκομαι στην Πρώτη Γραμμή και δεν μπορώ.
Σε φιλώ γλυκά
Ο Γιώργος σου

Διήγηση στον γιο του Ι. Γ. Δημητροκάλλη

«[…] Όλη, που λες, η κορυφογραμμή του Σεντελιού και η πλαγιά προς τη Πέστανη ήταν όπως είναι ο επιτάφιος, ή η βραδιά του Πάσχα, αλλά σε ολόκληρο το μήκος να λάμπει το βουνό και οι Ιταλοί κάτω στο δρόμο. Εκείνο το βράδυ πραγματικά τα χρειάστηκα, διότι φοβήθηκα ότι δικοί μας στρατιώτες θα απορροφηθούν από εκείνον τον θεαματικότατον φωτισμό του Σεντελιού και υπάρχει κίνδυνος, από τους Ιταλούς, να μας επιτεθούν και να μας πάρουν τα πολυβόλα. Ο φωτισμός αυτός προερχόταν από βολές τριών ειδών: βολές κρουσιφλεγείς, αυτές που σκάνε κάτω και πετάνε επάνω, οι εγκαιροφλεγείς, που είναι όλες χρωματιστές και σκάνε όπως πέφτουν στον αέρα, και οι κανονιές, με τις οποίες χαλάει ο Θεός τον κόσμο.
Λέω, Παναγία πρόφτασε, απόψε την έχουμε βαμμένη. Πραγματικά έλαβα τα μέτρα μου για να μην απορροφηθούν οι δικοί μας, παρακολουθώντας το τι γίνεται απέναντι και βρούνε την ευκαιρία οι Ιταλοί, της πλευράς της δικής μας, να μας κάνουνε κανένα αιφνιδιασμό και να μας ρίξουνε κάτω.
Αυτοί ήξεραν πως εμείς είμαστε αφοσιωμένοι εκεί και προχώρησαν τη ρεματιά και ανέβηκαν εκεί που ήξεραν πως έχουμε το πολυβόλο και αιφνιδιάσανε μια ομάδα δικών μας στρατιωτών και κατόρθωσαν και μου πήραν εκείνο το βράδυ 3 πολυβόλα. [Στην διήγηση περιγράφει το ίδιο επεισόδιο της δειλίας του λοχία Κ.] Μην ξεχνάς ότι όλα αυτά τα πράγματα γίνονται στο ύπαιθρο, με χιόνι τουλάχιστον από μισό μέτρο έως ένα μέτρο, κρυσταλλωμένο. Οι στρατιώτες μας καθιστοί πάνω στο γυλιό και κουκουλωμένοι με κανένα ιταλικό αντίσκηνο, από εκεί που ερχόταν ο αέρας, ή η βροχή. Τα οπλοπολυβόλα μας τα είχαμε κατευθύνει επάνω στους Ιταλούς από προστατευτικό μέρος, συνήθως είτε από δένδρο, είτε από βράχο, είτε από ανάχωμα. Ούτε σκέψη να σκάψουμε, πού να προλάβεις. Ούτε στην φαντασία σου. Πρώτα από όλα δεν είχαμε τσαπί, τα είχαμε πετάξει όλα, το μόνο που μαζεύαμε ήτανε κανένα κράνος ιταλικό και κανένα αδιάβροχο και φαΐ, κονσέρβες και λοιπά. […]»

« […] Και όσες πυροβολαρχίες είχαν οι Ιταλοί εκεί, ρίχνανε επάνω στο ύψωμα το δικό μας. Σου λέω είχαμε γίνει μαλλιά κουβάρια. Την αυγή αιφνιδιαστικά, αφού βάραγε όλη την νύχτα το πυροβολικό των Ιταλών, αυτοί ανεβαίνανε τη χαράδρα, ήταν μια πάρα πολύ βαθιά χαράδρα, δεν ξέρω πόση προσπάθεια χρειαζόταν.
Εβαράγανε όλη την νύχτα, μας είχαν πραγματικά σπάσει τελείως το ηθικό, διότι μας χτυπούσαν τα οπλοπολυβόλα τους από λίγες εκατοντάδες μέτρα, και το βαρύ πυροβολικό τους, μέσα από το Τεπελένι, κάπου 10 χιλιόμετρα μακρυά, έριχνε πάνω στο ύψωμα που ήξεραν ότι είμαστε εμείς. Βάραγαν επάνω στην κορυφογραμμή, μέχρι να πάει κάτω, άλλο πολυβόλο εδώ, άλλο εκεί, άλλο παρακάτω. Κατέβαιναν οι βολές τους μέχρι κάτω τον Αώο.
Το πλάτος που πέφτανε οι βολές χτυπούσε πάντοτε από την κορυφογραμμή και πίσω. Τώρα επειδή τα υψώματα αυτά ήτανε στενά, όσες βολίδες πέφτανε πάνω στην κορυφογραμμή σκάγανε, οι υπόλοιπες φεύγανε μέσα στη χαράδρα, την άλλη τη δική μας, και σκάγανε κάτω στη ρεματιά. Εμείς είμαστε συνεχώς κάτω από τις βολές τους. Δηλαδή, αν κοίταζες από μακριά, θα έβλεπες μία κορυφογραμμή να καίγεται επί 2-3 χιλιόμετρα.
Ο δικός μου λόχος, που κρατάει το άκρο αριστερό, ήταν απλωμένος σε 100-150 μέτρα, άλλα 150 ήτανε δεύτερος λόχος, άλλα 150 ήταν ο τρίτος λόχος, επομένως εμείς έχουμε καταλάβει γύρω στα 500 μέτρα. Αυτοί όμως δεν ξέρουνε πού είναι ακριβώς τα 500 μέτρα τα δικά μας. Αυτοί υποθέτουν, διότι εννοούν ότι εμείς κάνουμε επίθεση, και πήγαν να μας εμποδίσουν, κάνοντάς μας αντεπίθεση, για να μην προλάβουμε να οργανωθούμε.
Αυτά γίνονται όλα μέσα στην νύχτα, που εμείς έχουμε πάει να εγκατασταθούμε στην πλαγιά. Είναι 23, 24 Μαρτίου, παραμονή 25ης Μαρτίου. Λοιπόν, αφού που λες μας μπαρουτοκαπνίσανε όλους, όλη την νύχτα προχωρούν κρυφά μέσα σε αυτήν τη ρεματιά και ανεβαίνουν προς εμάς. Σε κάποια στιγμή μερικοί στρατιώτες δικοί τους, καμιά 10αριά, εκεί στο άκρο αριστερό, πιστεύοντας ότι εμείς είμαστε πιο χαμηλά, επήγαν να προχωρήσουν για να μας πλαγιοβάλλουν με ένα πολυβόλο Τους είδα όμως εγώ, ήταν ακριβώς επάνω στη γραμμή που είχαμε έναν λάκκο και είμαστε μέσα καμιά 20ριά, 15ριά, δεν θυμάμαι ακριβώς πόσοι. Πέφτανε οι όλμοι, οι κανονιές αριστερά δεξιά, τα χώματα, τον σκεπάζανε οι πέτρες, αλλά τέτοιες ώρες άμα είσαι μέσα γλυτώνεις. Όπως, λοιπόν, αυτοί ανεβαίνουν, τους παίρνω εγώ χαμπάρι, ειδοποιώ τους δικούς μας ότι τους είδα, διότι πού να ορίσεις σκοπιά;
Τίποτα, τίποτα, μέσα στο αμπρί είμαστε, με σκυμμένα κεφάλια. Πού να βγάλεις σκοπιά εκεί έξω. Όταν σκάει η οβίδα, σηκώνεσαι λίγο να δεις τι γίνεται. Τους είδα εγώ, μα πέφτουνε και αυτοί μέσα στο ίδιο το αμπρί, που είμαστε εμείς για να προστατευτούν. Είχαν ξεστρατίσει οι κακόμοιροι και είχαν προχωρήσει λίγο πιο μπρος, 5-10 βήματα από τη μονάδα τους και βρεθήκανε όρθιοι κοντά μας και φραπ πέσανε και αυτοί μέσα. Οι άλλοι της μονάδας τους είχαν μείνει πίσω και όποιος μένει πίσω δεν κινδυνεύει.
Η φυσική διαμόρφωση ήταν έτσι που έπρεπε να περάσουν υποχρεωτικά από αυτό το σημείο, ανεβαίνοντας από τη χαράδρα προς την κορυφογραμμή. Το μήκος της κορυφογραμμής είναι 3 χιλιόμετρα, δεν είναι 50 μέτρα, αλλά μιλάμε για το άκρον αριστερό της παρατάξεως. Σκάγανε οι οβίδες αριστερά δεξιά μπαμ, πέτρες χώματα από πάνω, μα είμαστε τυχεροί που δεν έσκασε κα μία μέσα στο λάκκο, διότι θα τελείωνε η υπόθεση.
Ο λάκκος σε βοηθάει να γλυτώσεις από τα οριζόντια θραύσματα της οβίδας που πετιούνται πυρωμένα όταν σπάει. Το άπαντο είναι ο λάκκος, γιατί άμα είσαι απ’ έξω σε θερίζει, σε κάνει σκόνη.
Μετά το σπάσιμο γίνεται μια ομπρέλα και το ωραίο είναι το εξής: άλλες είναι ομπρέλες προς τα πάνω και άλλες, εκείνες που είναι κρουσιφλεγείς, σκάνε από πάνω και πέφτει η ομπρέλα ανάποδα. Γι’ αυτό μπαίνεις μέσα στο λάκκο.
Λοιπόν, για μια στιγμή, όπως εβομβάρδιζαν συνεχώς οι Ιταλοί, για να προχωρεί από τη ρεματιά μέσα ο στρατός τους, εμείς είχαμε χωθεί μέσα στο χώμα του λάκκου που βρισκόμαστε. Δεν είχαμε πού αλλού να φυλαχτούμε και έτυχε να είναι αυτός ο νερόλακκος που είχαμε πέσει μέσα. Ήταν από αυτούς που συνήθως φτιάχνουν στις κορυφογραμμές.
Τον είχανε σκάψει μάλλον οι προηγούμενοι, μπα, προηγούμενοι δεν υπήρχαν, θα τον είχαν σκάψει οι Ιταλοί υποχωρώντας, διότι αυτοί είχαν προχωρήσει μέσα στα σύνορα και εμείς τους είχαμε κυνηγήσει και τους είχαμε διώξει έξω.
Στην ουσία κάναμε επιθετικό πόλεμο και τους απωθούσαμε στη συμβολή Δρίνου και Αώου ποταμού προς το Τεπελένι. Αυτοί είχαν μέσα από το Τεπελένι 400 πυροβολαρχίες και έβαλαν κατά της γωνίας εκείνης. Ήταν η πιο κρίσιμη γωνία για να μας καθηλώσουν εμάς εκεί, ώστε να μην μπορέσουμε να προχωρήσουμε και να πέσουμε προς το κάμπο. Λέγανε ότι είχανε κουβαλήσει εκεί νεότατες και πρόσφατες πυροβολαρχίες, με επικεφαλής τον Μουσολίνι. Ήταν σε απόσταση 10 χλμ. από εμάς, αλλά μπορούσαν να χτυπήσουν στόχους και σε 15-20 χλμ. μακριά.
Οι Ιταλοί, αν δεν μπορούσανε να εξυπηρετηθούν, προχωρούσανε με τα τανκς, διότι με αυτά κρατούσανε τους δρόμους. Εμείς δεν είχαμε οι καημένοι τίποτα, είχαμε μόνο λιανοντούφεκα και τους όλμους που είχαμε πάρει από τους Ιταλούς, ενώ αυτοί προχωρούσανε μέσα στον αμαξιτό δρόμο που συνδέει την Πέστανη με το Τεπελένι με τα τανκς. Το μόνο που τους κάναμε τη νύχτα ήταν να σκάβουμε λάκκους, τους σκεπάζαμε και πέφτανε μέσα τα τανκς. Αυτό ήταν η μόνη αντίδρασή μας, δεν είχαμε άλλη.
Για να επιστρέψουμε στην κουβέντα, στην αντικλιτή που βρισκόμαστε εμείς σου λέω ότι υπήρχε καταιγισμός πυρός. Δεν βλέπαμε μπροστά μας. Μόνο σκόνη, καπνοί κόκκινοι, πράσινοι, κίτρινοι. Δεν φαινότανε τίποτα.
Με το ξημέρωμα αρχίζει και το δικό μας πυροβολικό να βάζει κι αυτό επάνω στην κορυφογραμμή, που είμαστε και εμείς και οι Ιταλοί.
Κάποια στιγμή είδα ότι σταμάτησε το πυροβολικό το δικό τους να βάζει καταιγιστικά επάνω μας, και ειδοποίησα αμέσως, με το τηλέφωνο, το καβουρντιστίρι, το δικό μας πυροβολικό, το οποίο μάλιστα ήταν το ορειβατικό πυροβολικό, αλλά και χωρίς να τηλεφωνούσα εγώ, θα σταματούσαν, αφού είδανε ότι κόπηκε ο ιταλικός βομβαρδισμός. Επικεφαλής ήταν ο Αγαθοκλής ο Κορρές.
Ο τελευταίος Έλληνας αξιωματικός που έχει μείνει στην αντικλιτή είμαι εγώ με τον δικό μου λόχο, ενώ οι Ιταλοί είχαν τους αλπινιστάς που είχαν καβαλήσει πιο ψηλά από εμάς, αλλά και το πεζικό τους, το οποίο ανέβαινε.
Ειδοποιούμε, λοιπόν, εμείς και αρχίζει τώρα το δικό μας πυροβολικό και βάζει πάνω στην κορυφογραμμή, για να ρίξει τους Ιταλούς πίσω, μα νόμιζαν ότι ήδη μας πιάσανε εμάς οι Ιταλοί. Δεν ξέρω πώς τα κατάφερα εγώ τότε μέσα στη θολούρα και τους λέω να επιμηκύνετε την βολή για να πέφτει λίγο πιο κάτω, να μην πέφτει στο κεφάλι μας. Βέβαια, η κορυφογραμμή είχε θεριστεί, δεν υπήρχε τίποτα, ούτε δικοί μας, ούτε Ιταλοί. Οι Ιταλοί είχαμε μείνει πολύ χαμηλά, οι δικοί μας είχαν θεριστεί, κυριολεκτικά, και ο μόνος πυρήνας ήμουνα εγώ με αυτούς τους 20 ανθρώπους, δεν θυμάμαι τώρα πόσοι είμαστε ακριβώς. Άρχισε λοιπόν το πυροβολικό το δικό μας να επιμηκύνει τη βολή του, να ρίχνει τις βολές μέσα στη ρεματιά και προπάντων στην αντικλιτή μας, που είχαν γαντζώσει και ήταν κολλημένοι και οι Ιταλοί.
Ε και αρχίζει, που λες, ο κρυθμός και ο βρυχηθμός των οδόντων. Χαλάει ο θεός τον κόσμο, να ακούς μουγκρητά, να ακούς φωνές, να ακούς πράγματα, να τρέμει η ψυχή σου. Να βλέπεις ανθρώπους να πετιούνται στον αέρα σαν να είναι να πετάς μια βόμβα και να τινάζονται φτερά.
Ε, τους δώσαμε εκεί αρκετά και αναγκαστήκανε να κωλώσουν, ολοταχώς. Εγκαταλείψανε την αντικλιτή τη δική μας, που την είχε βαρέσει πολύ ωραία το δικό μας πυροβολικό. Ήταν ένας επικεφαλής του πυροβολικού, Κωστάκη τον λέγανε. Ήταν ένας άνθρωπος, να πούμε, που ήταν τόσο επιτυχημένες οι βολές του, που μπορείς να πεις δεν πήγε μία χαμένη. Λοιπόν, αναγκαστήκανε, το ρίξανε κάτω, πέσανε στη ρεματιά και όλη την ημέρα κλάψα.
Αλλά εμείς μόλις είδαμε ότι έπεσαν κάτω αυτοί και πάψαμε να κινδυνεύουμε, σηκώνομαι μέσα από το αμπρί και γυρίζοντας βλέπω ότι ψηλότερα από εκεί που είμαστε, αριστερά όπως κατέβαινε η κορυφογραμμή του Γκολίκ, ήταν οι αλπινιστές, οι οποίοι είχαν προχωρήσει, μας είχαν υπερφαλαγγίσει και τα χρειαστήκαμε, αλλά τα χάσανε και αυτοί. Κοιτάζοντας από ψηλά αυτοί δεν έβλεπαν τι γίνεται εδώ στη ρεματιά με τους δικούς τους και απογοητευτήκανε.
Θυμάμαι λοιπόν έναν Πετράκη, λοχία Κρητικό, στον οποίο μάλιστα αξίζει να σημειωθεί ότι του είχα δώσει την προηγουμένη ημέρα άδεια λόγω ασθενείας, αναρρωτική, και όταν είδε ότι είχαν σκοτωθεί ορισμένοι δικοί μας από βραδύς, ξεκινάει και έρχεται. Ρε, του λέω δεν σου έδωσα άδεια; Μα, λέει, έφυγε ο τάδε, τραυματίστηκε ο τάδε, σκοτώθηκε ο τάδε, μονάχο θα σ’ αφήναμε; Και βλέπω, που λες, τον Πετράκη να βγαίνει μέσα από το αμπρί, πάει πίσω από ένα βράχο, που τσεκάρισε από τον λάκκο, και αρχίζει με το πολυβόλο χρρρρ και θέριζε τους αλπινιστάς στην πλαγιά. Ήτανε και αυτοί εκτεθειμένοι, δεν είμαστε μόνο εμείς. Εμείς δεχόμαστε εκ των πλαγίων και πίσω αυτοί δεχότανε εκ των πλαγίων και εμπρός. Αλλά αυτός ήτανε θηρίο ο Κρητικός, ο Πετράκης. Κινδυνεύει, λοιπόν, διότι δεν ξέραμε εμείς και πόσοι είναι αυτοί. Φεύγαμε, λοιπόν, κάτω στη ρεματιά, στη ρεματιά, στη ρεματιά. Παίρνω και τον τρελλομανώλη, αυτόν το Καραβίδογλου, που σου έλεγα, και του λέω μάζεψε τους Ιταλούς που ήταν μαζί μας, τους βάζει μπροστά ο Μανώλης με το τουφέκι και πάνε αυτοί κάτω και ξεκινήσανε μέσα στη ρεματιά τώρα, προς τη δική μας πλευρά πλέον, και τους γυρίσαμε πίσω προς το τάγμα.
Οι Ιταλοί δεν ξέρανε τι γίνεται, σηκώσανε σημαίες και κατεβαίνανε, κατρακυλούσαν, τους έλεγαν αυτοί κάτω τα όπλα, πετάχτε τα όπλα και λοιπά και προχωρήσανε. Τώρα που τους πήγε ο Μανώλης; Τους παρέδωσε στον ταγματάρχη τον Κατσόγιαννο και του λέει ότι σου στέλνει μπουναμά το αφεντικό. Αυτός δεν ήξερε βαθμούς και τέτοια, εγώ ήμουν το αφεντικό.
Αφού ξεφύγαμε από τον άμεσο κίνδυνο, να πούμε, να μας πιάσουν, γιατί είμαστε, δεν είμαστε, όλοι μαζί είκοσι, ξεκινάω εγώ βγαίνω από το αμπρί, περνώ την κορυφογραμμή και κατρακυλούσα συνέχεια προς τον ποταμό, για να δω τι γίνεται, τι υπάρχει.
Όπως προχωρούσα προς τα κάτω, πού και πού έβρισκα κανέναν σποραδικό δικό μας, άλλους ζωντανούς, άλλους τραυματισμένους. Όλους αυτούς τους μαζεύω, λοιπόν, και τους λέω, παιδιά, οι άλλοι είχαν την τύχη να τραυματιστούν, να σκοτωθούν και να γλυτώσουνε, εμείς θα γυρίσουμε πίσω ατιμασμένοι; Εμένα το φιλότιμό μου δεν το επιτρέπει. Ελάτε να συγκεντρωθούμε, να κάνομε μια επίθεση προς τα επάνω και να ξεκαθαρίσουμε τη κορυφογραμμή από ό,τι βρούμε. Πραγματικά, λες και είμαστε μια ψυχή, ένας άνθρωπος μαζευτήκαμε καμιά 35ριά από διαφόρους λόχους.
Τους μαζεύω και ξεκινάμε, να προχωρούμε προς τα επάνω, στην αντικλιτή απέναντι από το Τεπελένι, για να περάσουμε την κορυφογραμμή και να πέσουμε στην πλευρά προς τα Ελληνικά σύνορα.
Οι Ιταλοί, που ανεβαίνανε από το Τεπελένι προς επάνω, αφού είχαν αποτύχει να διώξουν εμάς, έχουν τρομοκρατηθεί και έχουν φύγει προς τη ρεματιά τους. Έχουν μείνει μερικοί τρομαγμένοι επάνω στην κορυφογραμμή και προς την πλευρά τους. Είχανε τρυπώσει σε καμιά σπηλιά, σε τίποτε χαράδρες εκεί, γιατί όλα αυτά τα βουνά ήταν όλα σχιστόλιθοι. Τους βγάζαμε από τις κρυψώνες τους, λίγους λίγους, τους μαζεύαμε και τους σπρώχναμε προς τα επάνω, τους γνέφαμε συνέχεια προχωρείτε, προχωρείτε, και τους περάσαμε από την κορυφογραμμή, ώστε να πέσουν προς τη δική μας ρεματιά και να τους στείλουμε στο τάγμα.
Προχωρούσα πάνω εγώ, για να μαζέψω και τους άλλους, και μετά όλους αυτούς τους κουβάλαγε ο Μανώλης με το ντουφέκι προς το ποτάμι.
Αφού τους μαζέψαμε όλους, λέω του ταγματάρχη, εμείς ξεκαθαρίσαμε, το βουνό είναι στα χέρια μας. Τρελάθηκε ο Κατσόγιαννος, γιατί κανείς δεν πίστευε από το Σύνταγμα, όχι μόνο από το Τάγμα, από το Σύνταγμα, ότι δεν μας είχαν πάρει το ύψωμα. Νόμιζαν ότι μας είχαν ρίξει κάτω. Εμείς, όμως, το κρατήσαμε και είμαστε όλοι όλοι 30 άνθρωποι. Λέω, λοιπόν, του Κατσόγιαννου ότι το ύψωμα κρατείται σταθερώς, αναμένομε ενισχύσεις.
Πράγματι έστειλε αμέσως ενισχύσεις, αλλά είχαν αναθαρρήσει πάλι και οι Ιταλοί, και άρχισαν και ριχνούνε προς την χαράδρα τη δική μας και τρεις διμοιρίες μας τις θερίσανε. Τελικώς ανέβηκαν επάνω καμιά δυο διμοιρίες και ήρθαν στο άκρο αριστερό, δίνει εντολή ο Κατσόγιαννος να υποχωρήσει το κλιμάκιο το δικό μου, αλλά να μείνω εγώ προσωπικά, για να ενημερώσω την αυγή τους νέους αξιωματικούς, τι γίνεται και πως γίνεται.
Ε, πραγματικά έμεινα εγώ εκεί όλη τη νύχτα, δεν έβλεπα, όμως, την ώρα να φύγω και εγώ, αφού φύγανε όλοι. Σκεπτόμουνα τώρα εγώ τι κάνω εδώ χάμω, αλλά έμεινα. Πραγματικά, το πρωί τούς κατατόπισα, εκεί είναι αυτοί, εκεί οι αντιστάσεις τους, εκεί τα πολυβόλα τους, εκεί ετούτο εκεί το άλλο και γύρισα πίσω.»

[Σχετικά με το τελευταίο δεκαήμερο του Απριλίου του 1941]
«[…] Εν τω μεταξύ, όμως, εκεί που εμείς ήμαστε έτοιμοι για να εξορμήσουμε προς το Τεπελένι, άλλαξαν άρδην τα πράγματα στην Ελλάδα, με την προέλαση των Γερμανών, με συνθηκολογήσεις, με τούτο και με το άλλο, και δίδεται εντολή υποχωρήσεως από την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία της Ελλάδας.
Ε, γυρίσαμε πίσω, ήρθαμε μέχρι το Αργυρόκαστρο, από εκεί κατεβήκαμε στους Γεωργουτσάδες και από κει μου δίδεται εντολή εμένα, τον πρώτο Λόχο του πρώτου Τάγματος, να κρατήσω την άμυνα πάνω στην Κακαβιά, που θα πέρναγε υποχωρώντας όλος ο Ελληνικός στρατός, ο οποίος ήταν προς το Αργυρόκαστρο και προς τον παραλιακό τομέα.
Είναι κατάλληλο σημείο να σου πω ένα ωραίο περιστατικό με το Μανώλη. Όταν τον είχα πάρει εγώ στο Λόχο, στην αρχή που είμαστε έξω από τις πηγές της Πέστανης, είχαμε φοβερή πείνα. Είχαμε να δούμε ψωμί μία εβδομάδα. Η ζωή μας ήτανε να σκάβουμε το χιόνι, να καθαρίζουμε το επάνω, που ήταν μαυρισμένο από τα μπαρούτια και να το γλείφουμε. Λοιπόν, κάποια στιγμή, ο Μανώλης, που λες, το σκάει. Είχαμε πιάσει τότε στις σπηλιές καμιά εκατοστή Ιταλούς, δεν θυμάμαι ακριβώς πόσους, είχε μαγκώσει τα πορτοφόλια τους ο Μανώλης και είχε πάει απέναντι στους Αλβανούς και τους λέει θέλω μοσχάρια όσο νάναι. Οι Αλβανοί δεν δίνανε τίποτα. Βουτάει ο Μανώλης ένα σκοινί, που λες, δένει επάνω σε ένα δένδρο έναν Αλβανό που φύλαγε το κοπάδι του, παίρνει ένα μοσχαράκι και το φέρνει. Λίγο πιο κάτω από τις σπηλιές ήταν μια πηγή. Αυτός ήταν φοβερός χασάπης. Δεν ξέρω τι μαχαιριές έκανε πάνω στο μοσχάρι και αρχίζει που λες τάκα τάκα να το γδέρνει, μα πριν το γδάρει είχε αρχίσει να κάνει σουβλάκια. Φωτιά ανάβαμε πάντα γιατί δεν μπορούσαμε να κρατηθούμε. Μετά σχίζει αστραπιαία την κοιλιά, βουτάει τις πατσάδες μέσα στη νεροπηγή εκεί που έβγαινε το νερό, τους ρίχνει μέσα στο καζάνι του Λόχου και έβραζε πατσά. Εκεί ακούμε ότι έρχεται ο Κατσόγιαννος, ο ταγματάρχης. Πω ρε γαμώτο, τι θα γίνει τώρα πάλι, λέω. Αλλά μέσα στην πείνα τώρα κι ο Κατσόγιαννος, άκουσε τη μυρωδιά και έρχεται στο λόχο το δικό μας. Παιδιά, λέει, τι γίνεται εδώ πέρα; Πατσαδάκι; Βάλτε, ρε παιδιά, να φάμε. Έφαγε και ο Κατσόγιαννος πατσά, που λες, έφαγαν και όλοι οι άλλοι και μετά ο Μανώλης το κομμάτιαζε το κρέας, μα το τρώγαμε μισοβρασμένο κ.λπ.
Αλλά θυμάμαι εκείνη τη λαχτάρα μας, πως έρχεται ο Κατσόγιαννος να μας προλάβει, μήπως δεν θα φάμε το πατσά, και έπεσε και αυτός με τα μούτρα. Η πείνα και τους ευγενικούς αδιάντροπους τους κάνει.
Προχωρήσαμε σε ένα σημείο που οι δρόμοι ερχότανε και ανταμώνανε από τον παραλιακό τομέα εδώ και μέσω Κακαβιάς να περάσουν στην Ελλάδα, εκεί που ήτανε τα φυλάκια των συνόρων.
Εκεί πραγματικά δεν θυμάμαι ποιος αξιωματικός μού είχε δώσει εντολή να οχυρωθώ επάνω σε έναν λοφίσκο ο οποίος έφραζε τον δρόμο, όπως κατέβαινε, ολόισα από τους Γεωργουτσάδες, μέσα στα δικά μας σύνορα.
Τον είχα οχυρώσει εγώ κανονικά, είχα τοποθετήσει επάνω όλες μας τις μονάδες και έρχεται την άλλη μέρα το πρωί ο Ταξίαρχος Αντωνάκης και λέει: Ποιος κερατάς έδωσε εντολή να βάλετε τους στρατιώτες πάνω στην βληματοδόχο του εχθρού και λοιπά. Πράγματι, τα κανόνια, όπως βαράγανε από τους Γεωργουτσάδες, έπεφταν επάνω μας. Λέω, εγώ είμαι επικεφαλής, αλλά άλλος μου έδωσε αυτήν την εντολή.
Μου δίνει νέα εντολή και περνάω απέναντι από το ποτάμι στην πλευρά πλέον την αλβανική, απέναντι από το Δρίνο ποταμό. Δεξιά μας ήταν η Κακαβιά, όπως κοιτάζαμε προς την Ελλάδα, και αριστερά ήταν Αλβανία. Εκεί πώς να προλάβεις τώρα να οχυρωθείς; Χωθήκαμε μέσα σε κάτι νεροχύματα, όπως ήταν εκεί, και περιμέναμε να δούμε να προλάβει να περάσει ο δικός μας στρατός, πριν ακολουθήσει ο όγκος των Ιταλών. Εν τω μεταξύ, όμως, τα στούκας μάς θέριζαν με τα οπλοπολυβόλα τους.
Κατά διαβολική σύμπτωση, στην ίδια πλευρά που είμαστε εμείς ήτανε και ένα κοπάδι βόδια αλβανικά. Ήταν σαν δαμαλάκια, δεν ήταν μεγάλα όπως τα δικά μας. Τα είδαν τα στούκας, ορμούσανε μέσα στη ρεματιά και πριιιιιιι πυροβολούσανε τα μοσχάρια. Νομίζανε ότι ήτανε μεταγωγικά δικά μας. Τέλος πάντων, πέρασε η μέρα εκείνη με ένα σωρό τρομάρες και λαχτάρες.
Εν πάση περιπτώσει, είμαστε σε ακινησία Μ. Παρασκευή, Μ. Σάββατο και Κυριακή, μέχρι την Δευτέρα στις 9 το βράδυ, στις 21 Απριλίου, που χτύπησε και για το δικό μας 34ο Σύνταγμα, το παύσατε πυρ, με λευκές φωτοβολίδες. Αυτό το 4ήμερο ήταν τρομακτικό, περάσαμε στιγμές φοβερές. Περιμέναμε να γυρίσει όλος ο Στρατός, ε, δεν είναι μικρό πράγμα και παράλληλα προσέχαμε να μην προχωρήσουν οι Ιταλοί. Πολυβόλα, οπλοπολυβόλα, όλμοι, όλο το πυροβολικό μας, ό,τι είχαμε και δεν είχαμε, το είχαμε διαθέσει εκεί πίσω από την Κακαβιά. Σε μια απόσταση να πούμε 500 μέτρα από τα σύνορα. Και συνέχεια ρίχναμε, πώς να το πούμε, κεντούσαμε το δρόμο τον αμαξωτό, που κατέβαινε από Γεωργουτσάδες προς την Κακαβιά.
Ειδικώς αυτό το σημείο της τελευταίας αμύνης ήταν πολύ σημαντικό, γιατί από εκεί γύρισε πίσω όλος ο Ελληνικός Στρατός.
Ήταν νύχτα όταν σήμανε το «Παύσατε Πυρ» με λευκές φωτοβολίδες, μα εμείς νομίζαμε ότι ο Θεός ξημέρωσε, αφού σταματάει ο πόλεμος.
Δυστυχώς, εκείνο το βράδυ μού σηκώνονται και μου φεύγουν δύο αξιωματικοί με τη διμοιρία τους. Το ίδιο βράδυ φεύγουν του Λοχαγού του Μονάντερου ολόκληρος ο Λόχος. Στον άλλο λόχο, του Κλεφτόδημου, του πήρε ο υπασπιστής του και το άλογό του και φύγανε. Μείνανε αυτοί έρμαια και δεν είχαν ούτε πού να καβαλικέψουνε για να φύγουν.
Εγώ τώρα, από εκεί απέναντι, λέω, παιδιά πάμεεε.. Τώρα, πού πάμε μέσα στο σκοτάδι; Πού θα κατευθυνθούμε στο άγριο σκοτάδι; Προφανώς, μόνος μας προσανατολισμός η κατεύθυνση προς Ελλάδα.
Όπως προχωρήσαμε καμιά 500ριά μέτρα, 1.000, πόσο προχωρήσαμε, προς την Ελλάδα, ήσυχοι, πλέον, ότι είμαστε σωσμένοι, συναντούμε μια χαράδρα κοφτή, λες και ήτανε τι να σου πω και εγώ. Ένα πράγμα βαθύ, άκουγες κάτω στο βάθος το νερό και μούγκριζε. Φτου γαμώτο, λέω, ψάχνουμε πιο πάνω, πιο κάτω, βρε κάπου θα έχει κάποιο πέρασμα, αλλά τίποτα, χάος. Εκεί εμφανίζεται ένας Κερκυραίος.
Οι Κερκυραίοι ήτανε, από ό,τι τουλάχιστον φημολογούνταν, οι πιο δειλοί στρατιώτες που είχαμε. Λέει, κύριε λοχαγέ, εδώ πέρα έχει ένα πέρασμα. Πού το ξέρεις, μωρέ εσύ; Λέει τη Μ. Παρασκευή που γινότανε ο μεγάλος βομβαρδισμός με τα στούκας, εγώ έφυγα και πήγα στο απέναντι χωριό, δεν θυμάμαι πως το έλεγε, Χρυσοπηγή νομίζω, και έμεινα για να γλυτώσω και ξαναγύρισα.
Ε, να, λέω, που μια φορά ουδέν κακόν αμιγές καλού. Πραγματικά ήτανε ένα περασματάκι από αυτά που βάζουν τα πρόβατα και περνάνε, ξυλαράκια, ξυλαράκια, ξυλαράκια, σαν κρεμαστή γέφυρα ας το πούμε. Ένας-ένας πατήσαμε επάνω και περάσατε απέναντι. Επικίνδυνα, μα εμείς είμαστε παιδιά 20 χρονών. Ήταν ένα γεφυράκι, στο επάνω μέρος του φαραγγιού, που είχαν κάνει οι βοσκοί από ξύλα και τέτοια πράγματα, ας πούμε κάτι σχοινιά από εδώ, κάτι κλαδιά από εκεί, πάντως περάσαμε. Το πλάτος ήταν, δεν ήταν, μισό μέτρο, μα το βάθος του φαραγγιού, που ήταν κοφτό, θα ήταν 30-50 μέτρα.
Ε, αφού περάσαμε πια απέναντι, σκέφτηκα, τώρα τελείωσε. Προχωρήσαμε μερικά μέτρα και βγαίνουμε στον αμαξωτό. Ε, τώρα πια λέω, παιδιά, ξαπλώστε κάτω, τέλειωσε ο πόλεμος. Πέφτουμε κάτω και βλέπουμε. Αύριο έχει ο Θεός. Νικημένοι, ξενικημένοι, θέλαμε να τελειώσει ο πόλεμος. Δεν προλάβαμε ένα τέταρτο να πούμε ότι ξαπλώσαμε, για να ισιώσει η πλάτη μας και νάσου τρεις Γερμανοί με μοτοσυκλέτες. Ρωτάνε ποιος είναι επικεφαλής. Άλλη λαχτάρα πάλι, σκέπτομαι. Ήταν εκεί, όμως, ένας διερμηνέας, ο οποίος ήταν ανηψιός του Δεσπότη που ήταν στην Νάξο, του Παρασκευόπουλου, και ήξερε γερμανικά. Συνεννοείται και τους λέει, ο κύριος είναι επικεφαλής. Ε γαμώτο, σκέφτομαι. Ο Γερμανός μού λέει ότι θα μας οδηγήσετε στους Ιταλούς.
Θα γυρίσουμε εμείς στους Ιταλούς; του απαντώ. Είστε καλά, πού θα πάμε εμείς στους Ιταλούς; Λέει θα μου δώσεις μια συνοδεία. Ούτε έναν στρατιώτη, του απαντώ. Έχουμε χάσει, πηγαίνετε εσείς και συνεννοηθείτε μαζί τους.
Αυτοί είχαν εντολή να πουν στους Ιταλούς ότι θα πρέπει να σταματήσουν σε ορισμένο σημείο. Εν πάση περιπτώσει, στρατιώτες γώ δεν του έδωσα. Οι Γερμανοί δεν τα είχαν σπάσει ακόμη με τους Ιταλούς. Τα είχαν καλά και γι’ αυτό μού είπε ότι τη νύχτα όλες οι γάτες, άσπρες μαύρες, φαίνονται ίδιες, μα εγώ του είπα, δεν ξέρω τι μου λες εσύ, εγώ δεν το κουνάω βήμα.
Μόλις ξεκίνησαν οι τρείς Γερμανοί με τις μοτοσυκλέτες, σηκώνω εγώ το Λόχο, λέω, παιδιά, όρθιοι γιατί είναι σκούρα τα πράγματα. Εμείς θα βαδίσουμε κανονική πορεία μέσα στο δρόμο, δεξιά και αριστερά του αμαξιτού. Σε περίπτωση κατά την οποία θα δούμε ότι μας πλησίασαν οι Ιταλοί και κινδυνεύουμε να μας υπερφαλαγγίσουν και να μας κλείσουν, θα απλώσουμε δεξιά και αριστερά και θα αρχίσουμε καταιγισμό με τα οπλοπολυβόλα μας.
Αυτοί θα κατουρηθούνε πάνω τους, θα υποχωρήσουν, και εμείς πλέον θα απλώσουμε όσοι βρεθούνε δεξιά του δρόμου δεξιά και όσοι αριστερά αριστερά και ο σώζων εαυτόν σωθήτω. Αλλά ούτε φάνηκε Ιταλός, ούτε τίποτα.
Ένα θέαμα φοβερό συνέβη πάνω στην Κακαβιά. Αφού εμείς πήγαμε απέναντι απ’ όπου θα κατέβαιναν οι Ιταλοί, μόλις είδαμε ότι περάσανε οι δικοί μας και ερχόταν οι Ιταλοί, άρχισε να χτυπά το δικό μας πυροβολικό, πεζικό βαρύ και ορειβατικό. Άρχισαν να κάνουν βολή ευθυτενούς τροχιάς και να πέφτει που λες εκεί επάνω που ήμασταν πριν εμείς και τώρα είχαν έρθει οι Ιταλοί, και να βλέπεις είκοσι ανθρώπους στον αέρα να πετάνε, να απλώνουν οι χλαίνες, τα χέρια, τα πόδια και να σκάνε κάτω σαν μπαλόνι. Εκεί πρέπει να χάσανε οι Ιταλοί πάνω από 300-400 ανθρώπους. Δηλαδή έγινε ένα μακελειό άνευ προηγουμένου. Ήταν οι Ιταλοί που ερχότανε από το δρόμο, κατεβαίνανε από το Αργυρόκαστρο, τους Γεωργουτσάδες, για να μας διώξουνε από την Αλβανία. Το ανάχωμα που είμαστε ήταν μέσα στην Αλβανία.
Εμείς βαράγαμε, δεν υποχωρούσαμε. Μόνο όταν ήταν τα στούκας ούτε κουνούσαμε, μέναμε ακίνητοι σαν νεκροί. Ε, βέβαια αν μας έπαιρνε χαμπάρι το στούκας ήταν φοβερό πράγμα. Δεν ήταν μόνο ότι κατέβαινε μέσα στη ρεματιά, την έπαιρνε χαμηλά, χαμηλά και έβαζε δεξιά και αριστερά με οπλοπολυβόλα και από τις δυο πλευρές, αλλά οι κερατάδες ήταν φοβεροί πιλότοι, πραγματικά. Πώς πετούσαν εκεί μέσα στις ρεματιές, ήταν άλλο πράγμα, και λογάριασε ότι οι καλύψεις που βρίσκαμε εμείς ήταν νεροχύματα.
Βαδίζαμε όλη νύχτα μέχρι να ξημερώσει και φτάσαμε το πρωί εκεί που συναντήσαμε, πλέον, τις δικές μας μονάδες, καθ’ οδόν, δεν ξέρω σε τι βάθος μέσα στην Ελλάδα.
Εκεί, πια, μας οργανώσανε, εσείς θα πάτε από εκεί, οι άλλοι θα πάτε από εδώ, εσείς θα παραδώσετε τα όπλα στη Δωδώνη, εσείς θα τα παραδώσετε στο τάδε σχολείο, στο τάδε χωριό. Οι περισσότεροι, βέβαια, φυλάγανε πιστόλια, πράγματα, θαύματα, ό,τι μπορούσαν να κρύψουν. Τα όπλα, όμως, τα δώσαμε, διότι, έτσι κι’ αλλιώς, θα μας τα κρατούσανε οι Γερμανοί. Δεν θα μας επιτρέπανε να συνεχίσουμε ένοπλοι.
Την τελευταία βραδιά που βγήκαμε μέσα από την Αλβανία προς την Κακαβιά είχαν γυρίσει όλοι, δεν είχε μείνει ίχνος. Ο μόνος οργανωμένος, αν μπορούμε να πούμε έτσι ένα κομμάτι λόχου, ήταν ο δικός μου. Είχα τον Μανώλη και τον Πρωτόπαππα τον Γιάγκο, που ήταν στο υπουργείο Εμπορίου και τους λέω κάνετε ό,τι μπορείτε για να κρατήσουμε τη νύχτα αυτή και να μη βρεθούμε το πρωί χειρότερα από τους άλλους. Πραγματικά αυτοί γυρίζανε όλη τη νύχτα και κρατήσαμε το λόχο μας να μην υποχωρήσει. Αλλά ήταν εκεί και κάτι λοχίες που πιάνουνε το Μανώλη σε κάποιο σημείο που φώναζε “πίσω, πουτάνες, μη κουνηθεί κανείς, μη σηκωθεί”. Του λένε, ρε ηλίθιε, ο Δημητροκάλλης πάει για γαλόνια και ο Πρωτόπαππας, εσύ τι κάθεσαι, ρε βλάκα. Το πρωί θα είμαστε αιχμάλωτοι των Ιταλών όλοι. Τελικά, καταφέρνουν τον Μανώλη και σηκώνεται και φεύγει. Επήγε από τα Γιάννενα και πήρε μια τσουράπο που είχε εκεί φιλενάδα, μαζί με δυο τρία κουτσούβελα, τους είχε βάλει πάνω σε ένα καρότσι και τον συναντήσαμε έξω από την Άρτα, αλλά ντράπηκε να έρθει να μας μιλήσει. Δεν επλησίασε καθόλου.
Οι τελευταίοι που δώσαμε μάχη στο Τεπελένι και οι τελευταίοι που επιστρέψαμε από την Αλβανία, όταν όλος ο ελληνικός Στρατός είχε αποχωρήσει από τα εδάφη της, κατόπιν της γενικής εντολής “παύσατε πυρ”, είμαστε εμείς. Έτσι ολοκληρώθηκε η κανονική οπισθοχώρηση, όπως είχε αποφασισθεί για τον Στρατό μας και φύγαμε με την ελπίδα ότι θα φθάσουμε γρήγορα στα σπίτια μας.»

Αριθμός 11.663

ΕΝΟΡΚΟΣ ΒΕΒΑΙΩΣΙΣ

Εν Αθήναις σήμερον την 28ην του μηνός Ιουλίου, έτους 1948, εν τω Ειρηνοδικειακώ Καταστήματι Αθηνών, ημέραν Τετάρτην και ώραν 11 π.μ., ενώπιον εμού του Ειρηνοδίκου Αθηνών Νικ. Μέξη, παρουσία και του Γραμματέως Ιωάν. Αλεξίου, τη αιτήσει του Γεωργίου Δημητροκάλλη, κατοίκου Αθηνών, ενεφανίσθη ο υπό αριθμόν ταυτότητος 18.350 Υπ. Στρατ/κών μάρτυς Σταμάτιος Γρηγορίου Πετρούλιας, γεννηθείς εν Λεπτινίω Αρκαδίας και κατοικών, ως εκ της υπηρεσίας του, εν Αθήναις (οδός Αίμωνος αριθ. 43), ετών 42, Αντισυνταγματάρχης Πεζικού και Χριστιανός Ορθόδοξος, όστις θεις την δεξιάν αυτού επί του Ιερού Ευαγγελίου, έδωκε τον εξής όρκον.
«Ομνύω, ειδώς κάλλιστα τας εις την ψευδορκίαν επιβαλλομένας ποινάς, ότι αληθές είναι ότι ο ήδη έφεδρος Υπολοχαγός Πεζικού Γεώργιος Ιω. Δημητροκάλλης, υπηρετών διαρκούντος του Ελληνοϊταλικού Πολέμου εις την Αλβανίαν, υπέστη το ως κατωτέρω ατύχημα.
»Ούτως υπηρέτει, τότε, ως Ανθυπολοχαγός εις τον Λόχον Μεταγωγικών του 34ου Συντάγματος, ως Διοικητής τους 1ου Κλιμακίου, του δε Λόχου τούτου Διοικητής ήμην εγώ, ων τότε Λοχαγός. Την νύκτα της 28ης προς την 29ην Νοεμβρίου 1940, ενώ επορευόμεθα από Αγρινίου προς Άρταν, νύκτα βροχεράν και σκοτεινήν, καθ΄ ην ώραν εβαδίζαμεν εγώ επί κεφαλής του Λόχου, ούτος δε επί κεφαλής του Κλιμακίου 150 ημιόνων, επί της άνω οδού και συγκεκριμένως παρά τας όχθας του Αράχθου ποταμού, εις απόκρημνον σημείον, κατερχόμενον στρατιωτικόν αυτοκίνητο, λόγω της στενότητας της οδού, του σκότους και της βροχής, προσέκρουσεν επί εμφόρτου ημιόνου με είδη σιδηρουργείου, όστις ημίονος και ανετράπη. Εκ της προκληθείσης συγχίσεως και θορύβου, ο ίππος εφ’ ου επέβαινεν ο Ανθυπολοχαγός Δημητροκάλλης, αιφνηδιάσθη και μη συγκρατούμενος διά των ηνίων, ήρχισε να τρέχη και να υπερπηδά κάθε εμπόδιον, τέλος δ’ ολισθήσας, έπεσεν επί της οδού, προς την δεξιάν του πλευράν και επειδή ο επιβαίνων αυτού, άνω Ανθυπολοχαγός, δεν επρόφθασεν, ως ήτο φυσικόν να πηδήση εξ αυτού, έπεσε μετά του ίππου και ετραυματίσθη εις τον δεξιόν πόδα, εφ’ ου επέπεσεν ολόκληρον το βάρος του ίππου. Εκείθεν μετεκομίσθη δι’ αυτοκίνητου εις Χάνι Κουκλέσι μη δεχόμενος να απομακρυνθή του Λόχου και να εισαχθή εις Νοσοκομείον, λόγω του επικρατούντος γενικού ενθουσιασμού των ανδρών, μεταφερόμενος, δε, δι’ αυτοκινήτου, εις τας διαδοχικάς στάσεις του Λόχου, μέχρι των Ιωαννίνων, παρηκολούθησε και πάλιν τον Λόχον έφιππος, ήτοι μέχρι της 31-12-1940, οπότε μετετέθη εις τον 2ον Λόχον του ιδίου Σώματος.
»Ταύτα γνωρίζω καλώς εξ ιδίας αντιλήψεως και ενόρκως βεβαιώ. Ούτως είη μου ο θεός βοηθός και το Ιερόν αυτού Ευαγγέλιον».

Απόσπασμα κατάθεσης του Γεώργιου Δημητροκάλλη σε στρατοδικείο για την κατηγορία για δειλία εις βάρος κάποιου λοχία:

«Την νύκτα της 26ης, ή 27ης, Ιανουαρίου 1941 και περί ώραν 10.00-11.00 μ.μ. ήρχισεν εις το δεξιόν της παράταξής μας ύψωμα 1.285 σφοδρά μάχη, συνεχισθείσα μέχρι της πρωίας περίπου.
»Ο θόρυβος της μάχης, το εξαιρετικό σκότος, ο δυνατός αέρας και το δριμύ ψύχος της νυκτός, με έπεισαν ότι οι Ιταλοί δεν θα αφήσουν ανεκμετάλλευτη την ευκαιρίαν αυτήν, ολίγον, λοιπόν, μετά την έναρξη της μάχης εις το 1285 περιήλθον την υπό της Διμοιρίας μου κατεχομένην γραμμή (ύψωμα προ του χωρίου Πέστανη) και έδωσα διαταγήν εις τους άνδρας μου να καταλάβουν αμέσως θέσεις μάχης, τους συνέστησα δε να προσέξουν μη παρασύρει την προσοχήν τους η διεξαγομένη δεξιά μας μάχη και να μην μετακινηθεί ουδείς της θέσεώς του προς αποφυγήν παρεξηγήσεως.
»Εγώ παρέμεινα μετά της άκρας αριστεράς ομάδος, την οποίαν προ 2-3 ημερών είχα εγκαταστήσει εις την θέσιν αυτήν, με όλας τας προφυλάξεις, μην ανακαλυφθή η θέσις της υπό του εχθρού και είχα δώσει εις αυτήν διπλήν εντολήν αμύνης, μετωπικής και πλευρικής, καθ’ όσον αριστερά μας ουδέν ζήτημα υπήρχε, λόγω του ότι το έδαφος υψώνετο αποτόμως, προς την κορυφογραμμήν, την χιονοσκεπασμένη “Κολίκ”.
»Μεταξύ, της άκρας αριστεράς ομάδος, εις το άκρον αριστερόν της οποίας ευρισκόμην εγώ και της μεσαίας ομάδος του Κ…, υπήρχεν απόστασις 60 περίπου μέτρων, εσχηματίζετο, όμως, τοιαύτη έξαρσις του εδάφους, ώστε να μην είναι δυνατή η δι’ οράσεως επικοινωνία μεταξύ της ομάδος Κ… και της άκρας αριστεράς. Εις το σημείον της εξάρσεως ηνώνοντο οι δυο ομάδες μεταξύ τους.
»Την αυγήν, δεν ενθυμούμαι περί ποίαν ώραν, εις την άκραν αριστεράν ομάδα, αντέληφθησαν οι περί το κέντρον της ομάδος, (θέσις οπλοπολυβόλου), άνδρες βήματα Ιταλών, κατευθυνομένων ακριβώς εις την θέσιν του οπλοπολυβόλου, μη γνωρίζοντες, ασφαλώς, ότι κατήχετο η θέσις αυτών υφ’ ημών, με σκοπόν την υπερφαλάγγισιν της παρατάξεώς μας.
»Οι στρατιώτες της ομάδος έβαλαν αμέσως κατ’ αυτών, δι’ όλων των διατιθεμένων τυφεκίων και του οπλοπολυβόλου, ως και διά χειροβομβίδων και τους έτρεψαν εις φυγήν. Συγχρόνως ήρχισαν και τα εχθρικά πολυβόλα, τα ευρισκόμενα επί του έναντι υψώματος, εις απόστασιν βολής περίπου 150 μέτρων, να βάλουν εναντίον μας, όλμοι κ.λπ.
»Όταν, μετά τινα χρόνον, αραίωσαν τα πυρά, ο μετά της ομάδος Κ… σύνδεσμος, αν ενθυμούμαι καλά, μου ανέφερεν ότι οι Ιταλοί κατέλαβαν το δεξιόν μας. Μετέφερα, αμέσως, το οπλοπολυβόλον της ομάδος εις την μεταξύ των δυο ομάδων έξαρσιν και έβαλον κατά μήκος του υψώματος προς εκφοβισμόν. Οι Ιταλοί, οι οποίοι είχαν κατορθώσει να διεισδύσουν αιφνιδιαστικώς, εις την γραμμήν μεταξύ της αριστεράς και της μεσαίας ομάδος, ιδόντες ότι δεν επέτυχον την υπερφαλάγγισίν μας, αλλά ότι εβάλλοντο πλευρικώς, πολύ υψηλότερα, υποχώρησαν συναποκομίζοντες τα οπλοπολυβόλα, ατομικούς όλμους και τυφέκια της ομάδος Κ…
»[…] Ο ανωτέρω άνδρας εχαρακτηρίσθη από όλους εμάς ως αυτόμολος διότι η απόστασις των 40 μέτρων, η οποία εχώριζεν το κέντρον της ομάδας Κ…, κατά την στιγμή που διεξήχθη η πρώτη σύγκρουσις, από το κέντρο της ομάδος εις το οποίον ευρίσκοντο οι Ιταλοί, ο χρόνος ο οποίος εμεσολάβησεν ήτο αρκετός διά να συνέλθη από τον αιφνιδιασμόν και να αμυνθεί. Αρκούσε μία ριπή οπλοπολυβόλου διά να υποχωρήσουν οι Ιταλοί. Αλλά και αν δεν είχεν την δύναμιν να συγκεντρωθεί, είχεν τον χρόνον και την ευχέρειαν, λόγω των κατηφοριών του εδάφους, να υποχωρήση, όπως και όλοι οι λοιποί άνδρες της ομάδος, σώζων τουλάχιστον τα δυο οπλοπολυβόλα.
»[…] Ιδιαίτερα μέτρα δεν ενθυμούμαι αν ελήφθησαν, άλλως τε δεν εχρειάζοντο, διότι καθ’ όλον εκείνον το διάστημα, εις το ύψωμα αυτό παραμονής μας, ευρισκόμεθα διαρκώς, σχεδόν, σε συναγερμό, λόγω των συνεχών νυχτερινών αιφνιδιασμών του εχθρού….. Δεν ενθυμούμαι άλλα ονόματα, πλην των […], διότι οι στρατιώτες σχεδόν δεν παρέμεναν παραπάνω από 10-20 ημέρες εις τον Λόχο, άλλοι ετραυματίζοντο και άλλοι εφονεύοντο. […]»

Αναφορά του Γ. Δημητροκάλλη που συνέταξε μετά τον πόλεμο, σχετικά με τον θάνατο ενός υπαξιωματικού του

24-3-41

Βεβαίωσις
Ο υπογεγραμμένος Έφεδρος Ανθυπολοχαγός Δημητροκάλλης Γεώργιος του Ιωάννου, διατελέσας κατά τον Ελληνοϊταλικόν πόλεμον ’40-’41, διαδοχικώς, ως Διμοιρίτης ή Διοικητής του 2ου Λόχου του 34ου Συντάγματος Πεζικού, βεβαιώ ότι ο δεκανεύς Χριστοφοράτος Δημοκράτης του Βασιλογιάννη, υπηρετών εις τον 3ον Λόχον του ιδίου Συντάγματος από του Μαρτίου 1941, εφονεύθη υπό βλήματος πυροβολικού, ή όλμου, επί του Υψώματος 1143, κάτωθεν ακριβώς από το «Δόντι» του ορεινού όγκου «Κολίκ», τας πρώτας μεταμεσημβρινάς ώρας της 24ης Μαρτίου 1941, υπό τας κάτωθι συνθήκας.
Αι από της 9ης περίπου, νυκτερινής, της 23ης Μαρτίου, γενόμενες αντιληπτές κινήσεις του εχθρού, προς την απόκρημνον και απροκάλυπτον άκραν αριστεράν της παρατάξεώς μας, παρά την καθ’ όλην την διάρκειαν της νυκτός βολήν του Πυροβολικού και των πολυβόλων μας, εξελίχθησαν, την αυγήν της 24ης Μαρτίου, εις πλευρικήν επίθεσην του Λόχου μου, όστις, παρά τας απωλείας και την μεγίστην αριθμητικήν διαφοράν, απέκρουσεν τον εχθρόν και συνέλαβε 40 αιχμαλώτους.
Η μορφή του εδάφους δεν επέτρεπεν την υποχώρησιν εις τα υπόλοιπα τμήματα του αποκρουσθέντος εχθρικού λόχου και εγκατασταθέντα επί των αποκρήμνων βράχων, επλαγιόβαλαν τα ελάχιστα υπολείμματα του Λόχου μου εις τρόπον ώστε ουδεμία κίνησις να είναι δυνατή, καταδικασμένου ούτω εις παράδοσιν εις πρώτην τυχόν μετωπικήν επίθεσιν. Προς αποσόβησιν της καταστάσεως εζητήθη η εξουδετέρωσις των πλαγιοβαλλόντων εχθρικών πολυβόλων υπό του Πυροβολικού. Από της 10 περίπου πρωινής ώρας, φίλιον και εχθρικόν πυροβολικόν έβαλε επί της θέσεώς μας. Υπό τοιαύτας συνθήκας αφικνουμένη η προς ενίσχυσιν σταλείσα διμοιρία του εις εφεδρείαν του τάγματος 3ου Λόχου διεσπάρη, τραυματισθέντος, καθ’ οδόν, του Διμοιρίτου της, εναπομείνασα επί του υψώματος ακέφαλος και ετέθη υπό τας διαταγάς μου. Της διμοιρίας ταύτης μετείχεν και ο δεκανεύς Χριστοφοράτος Δημοκράτης του Βασιλογιάννη, ως δεκανεύς οπλοπολυβολητών, όστις εφονεύθη υπό βλήματος όλμου ή πυροβολικού, κατά τας πρώτας απογευματινάς ώρας.

Αναμνήσεις Νικόλαου Ορφανουδάκη, συμπολεμιστή του Γ. Δημητροκάλλη

«[…] Η δύναμη του 34ου Συντάγματος συγκροτήθηκε από 104 αξιωματικούς, 3.108 οπλίτες και 370 μεταγωγικά. Ο οπλισμός του Συντάγματος ήταν 36 πολυβόλα, 108 οπλοπολυβόλα, 108 φλογοβόλα (τα πεπαλαιωμένα τρομπλόν λε μπελ), 4 μεγάλοι όλμοι, 2 κανόνια των 65 χιλιοστών, που τα λέγαμε κανόνια συνοδείας και που τα κομμάτια τους φορτώνονταν στα μουλάρια, 2.620 τυφέκια μάουζεν και 190 περίστροφα ή πιστόλια. Μια μεγάλη Μονάδα, που την ένδοξη σημαία της ασπάστηκε η νίκη, όταν αυτή ανέμιζε μέχρι την Κλεισούρα και το Τεπελένι, στον κεντρικό τομέα του Μετώπου, όπου έφερε το Σύνταγμα η σφοδρή και ακάθεκτη προέλασή του.
Ο απολογισμός των απωλειών του 34ου Συντάγματος, στις 140 ημέρες που μάχονταν αδιάκοπα, ήτο μέρος της προσφοράς των αξιωματικών και οπλιτών του Συντάγματος στον όλο αγώνα. Οι 250 νεκροί, οι 820 τραυματίες, οι 84 αγνοούμενοι και οι 1.200 παγόπληκτοι είναι αριθμοί που, παρ’ όλη τη φρίκη τους, γράφονται με ανεξίτηλα ψηφία στην πολεμική ιστορία του 34ου Συντάγματος, στην εποποιία του 1940-1941.
Το 34ο Σύνταγμα Πεζικού ήτο πειραιώτικο, όπως είχε επικρατήσει να ονομάζεται στο Μέτωπο, ενισχυμένο πάντοτε και με άλλες Μονάδες Λόχους ή Τάγματα, έδρασε στον πόλεμο 1940-1941 σαν απόσπασμα Τσιγκούνη, πήρε δηλαδή το όνομα του Διοικητού του, του Συνταγματάρχη, τότε, αείμνηστου Αλέξανδρου Τσιγκούνη. Ήταν αξιωματικός με πολλά προσόντα, με μεγάλη καρδιά, με ψυχικό σθένος, με επιτελικές ικανότητες, διοικητής, με πλήρη γνώση της τέχνης του πολέμου.»

«Όταν το 34ο Σύνταγμα Πεζικού, αυτή η μεγάλη Μονάδα, όπως προηγούμενα την περιέγραψα, ξεκίνησε από τους στρατώνες του στρατοπέδου Γουδί, στα ανατολικά προάστια της Αθήνας, κανείς από εμάς δεν φανταζόταν ότι άρχιζε μια πορεία 700 χιλιομέτρων. Μάλιστα, ακούσατε καλά. Πεζοπορία 700 χιλιομέτρων.
Το 1ο και 2ο Τάγμα πεζοί από το Γουδί στο Πειραιά και εκεί επιβιβάστηκαν σε 5 μικρά επιβατικά ατμόπλοια-ποστάλια και με συνοδεία πολεμικών πλοίων αποβιβάστηκαν στο Μεσολόγγι. Το 3ο Τάγμα, ο Λόχος διοικήσεως του Συντάγματος, ο Λόχος μηχανημάτων και τα μεταγωγικά σώματος, πεζοί σε τρία επιβατικά ατμόπλοια μικρά και χωρίς καμιά συνοδεία-προστασία πολεμικών πλοίων, αποβιβαστήκαμε επίσης στο Μεσολόγγι. Και από το Μεσολόγγι, πάντοτε με τα πόδια, με άξονα μετακίνησης το Αγρίνιο, Χάνι Σφήνας, λίμνη Αμβρακίας, Κρίκελο, Κομπότι, Άρτα, παλιά Φιλιππειάδα, για να φθάσουμε στον κεντρικό τομέα του Μετώπου των Επιχειρήσεων, στη Βόρειο Ήπειρο, ανάμεσα από Κλεισούρα και Τεπελένι.
Μια πεζοπορία 700 χιλιομέτρων, πάντοτε την νύκτα και με πολύ άσχημες και δύσκολες καιρικές συνθήκες, στο βαρύ χειμώνα του 1940. Ξεκινούσαμε λίγο πριν νυχτώσει και από τις 5.00’ πεζοπορούσαμε 12 ώρες συνέχεια, με ολιγόλεπτες στάσεις. Πολλές νύχτες, η βροχή να πέφτει με το τουλούμι. Το νερό έτρεχε στο κορμί μας κατάσαρκα, τα ρούχα και τα άρβυλα, μούσκεμα, βαραίνουν και ήταν ασήκωτα και οι φαντάροι να είναι φορτωμένοι με βάρος μεγαλύτερο από 20 κιλά.
Ο Ελληνικός Στρατός, ύστερα από τις σπουδαίες επιτυχίες της αμυντικής περιόδου, μετά από τις μεγάλες νίκες στην Πίνδο και μετά στο Καλπάκι, στις 14 Νοεμβρίου του 1940, δηλαδή 17 μόλις μέρες μετά την έναρξη της Ιταλικής εισβολής, άρχισε να απωθεί, συνέχεια, τον εχθρό μέσα στη Βόρειο Ήπειρο και να σημειώνει νέες περίλαμπρες νίκες.»

«[…] Οι φαντάροι μας πολεμούσαν με αφάνταστες περιπέτειες. Με τις χειρότερες καιρικές συνθήκες, κάτω από ένα βαρύ χειμώνα, τον βαρύτερο, από 50 χρόνια, στη Βόρειο Ήπειρο. Άστραφτε και μπουμπούνιζε και βουίζανε οι ρεματιές, που κατεβάζανε με ορμή τα νερά της βροχής. Και μείς να προχωρούμε, να προχωρούμε και να πολεμούμε, με ραγδαίες βροχές, με χιόνια, που μερικές φορές ξεπερνούσαν το ανάστημα του ανθρώπου. Οι πολεμιστές μας σκαρφάλωναν σ’ απάτητα βουνά, διάβαιναν τις νύχτες φαράγγια επικίνδυνα, φοβερά, άγρια, περνούσαν μέσα από φουσκωμένα ρέματα.»

«[…] Κατά το μεσημέρι της άλλης ημέρας, οι φαντάροι έρχονται στην εκκλησούλα του Αγίου Μηνά, για να πάρουν λίγη κουραμάνα. Στην ξερολιθιά, που είναι μπροστά από την πόρτα της εκκλησίας, είναι απλωμένο ένα σακί, βρεγμένο, και μια κουραμάνα μουσκεμένη, γεμάτη τρίχες από το τσουβάλι. Πώς να μοιραστεί σε 50-60 φαντάρους; Είναι ό,τι απόμεινε από μία εφοδιοπομπή, από το χωριό Λάμποβο, απέναντι από το Αργυρόκαστρο, όπου ήταν το κέντρο εφοδιασμού της 2ας μεραρχίας. Δηλαδή μία διαδρομή από παγωμένα, κρυσταλλωμένα μονοπάτια, μιας και δυο ημερών.
Αυτό που αντικρίζω είναι τρομερό. Οι στρατιώτες, με τα κρυπαγημένα χέρια και πόδια, είχαν τυλιγμένα τα πόδια τους μέσα σε παλιοκουβέρτες και άλλα πανιά, και προσπαθούσαν να περπατήσουν μέσα στα χιόνια και στις λάσπες. Όσοι δεν μπορούσαν να περπατήσουν σέρνονταν στο έδαφος, με τους αγκώνες και τα γόνατα. Προσπαθούσαν να προχωρήσουν, μπουσουλώντας όπως τα μωρά που κάνουν στράτα. Το θέαμα είναι φοβερό. Παθαίνω σοκ, είναι και αυτή η παγωνιά. Νοιώθω μια ανατριχίλα. Κυριεύομαι από μια τρομώδη κατάσταση και σκεπάζω τα μάτια μου με τις παλάμες μου, για να μην βλέπω αυτό το φοβερό θέαμα.
Κάνω μερικά βήματα και βρίσκομαι μπροστά από την πλαϊνή πορτούλα της εκκλησούλας. Από την υγρασία δεν ανοίγει εύκολα. Με όση δύναμη μου μένει τη σπρώχνω, την ανοίγω, μπαίνω μέσα και σωριάζομαι σε έναν πάγκο. Μέσα στο μισοσκόταδο της ταπεινής εκκλησούλας με τα λίγα εικονίσματα, διακρίνω τον Εσταυρωμένο, βαθειά συγκινημένος από τις τραγικές σκηνές έξω από την εκκλησία, σταυροκοπιέμαι και αναστενάζω. Μέσα από την καρδιά μου βγαίνει μια ευχή, μια προσευχή. Ψιθυρίζω Κύριε ελέησον. Σε παρακαλώ, Θεέ μου, μέσα από τον πόνο, μέσα από το παράπονο, όσο η πίκρα και η κακότητα συντρίβουν την καρδιά μου, τόσο Εσύ να την αναπτερώνεις.
Βγαίνω από την εκκλησούλα και παίρνω το κεντρικό δρομάκι, που λίγο ανηφορικά έφερε στο σπίτι που είχα καταλύσει μετά την εισοδό μας στο χωριό από την περασμένη Παρασκευή. Σε ένα ισόγειο σπιτάκι, πάνω στο δρόμο, που στην ειρηνική περίοδο πρέπει να ήταν κατάστημα, έστεκε στη πόρτα ο συμπαθής και φίλος μου, από τη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών, Γιώργος Δημητροκάλλης δάσκαλος από τη Νάξο. Έκανε χρέη αξιωματικού εφοδιασμού του τάγματος.
Είχε μάθει για τη συμφορά που μας βρήκε πάνω στο ύψωμα 1285, είδε τα χάλια που παρουσίαζα και έτρεξε να με αγκαλιάσει. Με φίλησε και με έβαλε μέσα. Ήταν ο εφοδιασμός του τάγματος Κάθισα πάνω σε ένα κασόνι, το δωμάτιο ήταν άδειο, τελείως. Σε μια γωνιά ήταν ένας γκαζοντενεκές, πήρε μια καραβάνα, τη γέμισε από τον ντενεκέ με κονιάκ μέχρι τη μέση και μου την έδωσε, λέγοντάς μου πιες για να στυλωθείς. Μου άναψε και ένα τσιγάρο. Αυτά μπορούσε να μου προσφέρει ο αγαπητός συμπαθής φίλος και συμπολεμιστής.
Βλέποντας, όμως, πως οι τραγικές στιγμές γέμιζαν με στοργή και αγάπη το βλέμμα του, ένοιωθα, αισθανόμουνα, για μια ακόμη φορά, πόσο είχε λειτουργήσει, στη θαυμαστότερη περίπτωσή της, η αλληλεγγύη όλων των συμμαθητών, από τη 10μηνη ζωή στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών της Κέρκυρας το 1938 και 1939. Ευχαρίστησα τον καλό φίλο και συμπολεμιστή, τον χαιρέτησα και ανηφόρισα για το κονάκι μου.
Στο χωριό Μαλέσοβα, από την άλλη μέρα, Πέμπτη 19 Δεκεμβρίου, μέχρι και τα Χριστούγεννα, εγινόταν μια προετοιμασία για μια καινούργια επιχείρηση, πιο πετυχημένη αυτήν τη φορά, για εμπρός. Έπρεπε να συμπληρωθούν οι διμοιρίες σε έμψυχο υλικό, έπρεπε να συμπληρωθούν τα κενά από τις τελευταίες απώλειες. Οι καινούργιοι, που μας ήρθαν, ήταν από όλες τις περιφέρειες της Ελλάδος. Έπρεπε να συμπληρωθούν τα κενά και σε οπλισμό και σε πυρομαχικά. Και έρχεται η 25η Δεκεμβρίου 1940, ημέρα Τετάρτη, Χριστούγεννα. Με το πρώτο φως της αυγής, τα ιταλικά κανόνια βάλλουν κατά των θέσεων των τμημάτων μας και συγκλονίζουν τον τόπο. Τα δικά μας απαντάνε και η βοή αναστατώνει τα πάντα. Νομίζεις ότι βγαίνουν άγρια μουργκρητά του Εγκέλαδου από τα έγκατα της γης, μα και η καμπάνα της εκκλησούλας χτυπούσε με επιμονή, σα να ήξερε πως κάποια μέρα ο αδύνατος ήχος της θα σφαλίσει το στόμα των κανονιών. Ο γλυκύς Ιησούς παρακολουθεί, είμαι βέβαιος, τον αγώνα μας, με το γλυκό μειδίαμα της ενθαρρύνσεως, εδώ και 2 μήνες. Τώρα μας προσφέρει δείγματα συμπάθειάς του.»

«[…] Οι φαντάροι μας είχαν ριχτεί σ’ έναν αγώνα εναντίον τριών μεγάλων εχθρών, του Ιταλού, του χιονιού και του βουνού, και βάδιζαν, σοβαροί και αμίλητοι, από κορυφή σε κορυφή και από νίκη σε νίκη. Εξακολουθούσαν την πορεία τους, υπομονετικά, γεμάτοι αυταπάρνηση, υπερήφανοι και ακατάβλητοι. Προχωρούσαν μέσα στη χιονισμένη ερημιά, κάτω από το μπουμπουνητό των κανονιών, το ξερό κροτάλισμα των πολυβόλων και το ρυθμικό αντίλαλό τους, στις λαγκαδιές και στα γούπατα, με τη σκέψη πάντοτε προς τα μετόπισθεν, με τα οράματα της ειρηνικής ζωής, της ζεστής ατμόσφαιρας του σπιτιού.
Όμως, μετά από τις δύσκολες πορείες μέσα από γυρόστρατα και κακοτράχαλες ρεματιές και τις σκληρές συνεχείς μάχες, φανερή ήταν η κόπωση και η εξάντληση των στρατιωτών. Ήταν υποχρεωμένοι να πολεμούν χωρίς διακοπή και να καταυλίζονται μέσα στο χιόνι, σε άγριες κορυφογραμμές. Ήταν ξεθεωμένοι. Στους περισσότερους, τα άρβυλα είχαν τρυπήσει, ήταν ξυλωμένα και ξεχειλωμένα, έπειτα από τόσες πορείες στα κατσάβραχα και στις λάσπες. Οι βαμβακερές κάλτσες είχαν λιώσει από το πολύ περπάτημα και από τα νερά. Χωρίς μάλλινα, χωρίς κουκούλες, χωρίς γάντια και χωρίς αδιάβροχα. Έμεναν νηστικοί πολλές φορές 2 και 3 μέρες και περνούσαν παγερές νύχτες και αγωνιώδεις μέρες, αναζητώντας στο σακίδιό τους λίγη σταφίδα, ή λίγο ωμό καλαμπόκι. Αντιμετωπίζαμε σοβαρότατα προβλήματα διαβίωσης. Οι παγοπληξίες συνεχώς πολλαπλασιάζονταν και οι θάνατοι από την εξάντληση και το ψύχος έπαιρναν ανησυχητικές διαστάσεις. Οι δυσκολίες από την έλλειψη εφοδίων, τροφών και τροφής για τα μουλάρια, γινότανε φοβερές. Μαρτυρικές έγιναν οι ώρες των παθών των φαντάρων μας, των γενναίων μαχητών μας.»

Μαρτυρία Ι. Γ. Δημητροκάλλη για τον βομβαρδισμό του Πειραιά

Η Μητέρα μου μαζί με όλη την οικογένειά της έχουν νοικιάσει σπίτι και μένουν, πλέον, στην Ηλιούπολη. Από κάποια πλαγιά της αραιοκατοικημένης το 1941 αυτής πόλης της Αττικής καταχωρούνται οι πρώτες ανεξίτηλες εικόνες στην παιδική μου μνήμη. Κρατώντας με στην αγκαλιά της η Μητέρα μου, τρέχει προς το καταφύγιο, κάτω από τα ουρλιαχτά των σειρήνων, μα στέκεται θαμπωμένη από το θέαμα των λάμψεων που αναπηδούν λες μέσα από τη θάλασσα και φωτίζουν με ατέλειωτα χρώματα τον ουρανό του Πειραιά. Για μένα, που σε δυο μήνες θα έκλεινα τα 3 μου χρόνια, δεν υπήρχε καταστροφή, δεν υπήρχε θάνατος, παρά μόνο ένα πολύ εντυπωσιακό θέαμα, η εικόνα του οποίου παραμένει το ίδιο ζωντανή μέχρι τώρα στη μνήμη μου.
Πριν μπούμε στο καταφύγιο, ένας Εγγλέζος στρατιώτης μού έδωσε μια σοκολάτα, την έφαγα, μα νομίζω ότι ενοχλήθηκα, διότι γλυκοκοίταζε τη Μαμά μου. Την ήθελα όλη δική μου και δεν ανεχόμουνα σφετεριστές στη μοναδικότητα της σχέσης μας. Στα χρόνια που ακολουθούν, είμαι, στην ουσία, ένα ζηλιάρικο αρσενικό, μα το κρύβω, κατά το δυνατόν, από εγωισμό.
Το καταφύγιο είναι ένας στενόμακρος υπόγειος θάλαμος, με συνεχόμενους πάγκους, στις επιμήκεις πλευρές του, στους οποίους κάθονται φοβισμένοι και σκυθρωποί άνθρωποι, ο ένας δίπλα στον άλλο. Αμίλητοι, με πρόσωπα πελιδνά, χωρίς καμιά διάθεση για συζήτηση, περιμένουν να ακούσουν τη λήξη του συναγερμού, πριν κάποια ξώφαλτση βόμβα, τους τινάξει στον αέρα.