ΛΕΚΕΑΣ ΣΩΚΡΑΤΗΣ


Ο πόλεμος του 1940 ‒ Η Σειρήνα
Η κήρυξη του πολέμου, στις 28 Οκτωβρίου του ’40, με βρίσκει μαθητή της Ε’ τάξης του Γυμνασίου Αρρένων Καλαμάτας. Το πρωί της ημέρας εκείνης, όλα τα παιδιά πήγαμε στο σχολείο, αφού στο σύνολό μας δεν είχαμε μάθει τι ακριβώς είχε συμβεί τα ξημερώματα της ημέρας. Στο προαύλιο του σχολείου πληροφορηθήκαμε ότι οι Ιταλοί μάς κήρυξαν τον πόλεμο και ότι αμέσως έπρεπε ορισμένοι καθηγητές, ανάλογα με την ηλικία τους, στρατιωτική κλάση δηλαδή, να παρουσιασθούν στις στρατιωτικές υπηρεσίες που ανήκαν και να καταταγούν, για να πάνε κυρίως στο μέτωπο των εχθροπραξιών. Σε κάποια στιγμή χτύπησε το κουδούνι και κάναμε την καθημερινή προσευχή και μπήκαμε στις αίθουσες του σχολείου. Εκεί, κάποιοι από τους καθηγητές μάς μίλησαν για τον πόλεμο και για τις συνέπειες, και όλοι είπαν ότι η Ελλάδα θα νικήσει τους Ιταλούς εισβολείς στο ελληνικό έδαφος, και με διάφορα λόγια, κάθε φορά, κάθε καθηγητής προσπάθησε να τονώσει το ηθικό μας. Το «ΖΗΤΩ Η ΕΛΛΑΔΑ» ακουγόταν όσο περνούσε η ώρα όλο και πιο έντονο. Ο γυμνασιάρχης Μιχαλάκης πέρασε από όλες τις αίθουσες και με λίγα λόγια προσπάθησε να μας γεμίσει εθνική υπερηφάνεια και βεβαιότητα, ότι τον πόλεμο αυτό θα τον κερδίσει η πατρίδα μας. Φυσικά, για μαθήματα δεν γινόταν λόγος, και μας συνέστησαν να μην απομακρυνθούμε από το σχολείο, γιατί σε κάθε στιγμή μπορεί να χρειαστεί να μας ανακοινώσουν τα όποια μέτρα θα αποφασίσει η κυβέρνηση και η Νομαρχία.
Πέρασε το μεσημέρι, και όλα τα παιδιά βρισκόμασταν στο προαύλιο και στις αίθουσες, χαιρετώντας και τους καθηγητές που έφευγαν για να παρουσιαστούν στο στρατό, κυρίως στο 9ο Σύνταγμα Πεζικού Καλαμάτας. Οι σκηνές αποχαιρετισμού των καθηγητών και των μαθητών ήταν ιδιαίτερα συγκινητικές. Τις επόμενες ημέρες και οι καθηγητές που δεν στρατεύονταν, λόγω ηλικίας, κλήθηκαν να στελεχώσουν διάφορες υπηρεσίες στην Καλαμάτα. Οι μαθητές και οι καθηγητές γνωρίζαμε τι σημαίνει πόλεμος από τα βιβλία της ιστορίας, άλλο όμως είναι να διαβάζεις ένα βιβλίο για τους πολέμους και τελείως διαφορετικό να μετέχεις στις κανονιές και στους πυροβολισμούς, με σύγχρονα όπλα και χειροβομβίδες και εκρήξεις βομβών που πέφτουν από τα αεροπλάνα.
Κάποια στιγμή εμφανίστηκε ο γυμνασιάρχης, ο οποίος, λόγω ηλικίας, δεν στρατευόταν και ζήτησε να τον ακούσουμε, λέγοντας τα εξής: «Η στρατιωτική διοίκηση ζήτησε να τους υποδείξουμε έναν αριθμό μαθητών, οι οποίοι θα αναλάβουνε να χειρίζονται την σειρήνα του συναγερμού που βρισκόταν στην ταράτσα του ξενοδοχείου REX, στο κεντρικό σημείο της πόλης». Θα απασχολούντο για 2-3 μέρες, μέχρι τα καθήκοντα αυτά να αναλάβουν στρατιωτικοί. Συνεχίζοντας ο γυμνασιάρχης, είπε ότι με τους καθηγητές αποφάσισαν να υποδείξουν μαθητές που είχαν τις κατοικίες τους κοντά στο REX, γι’ αυτό και ζήτησε να σηκώσουν το χέρι όσοι έμεναν κοντά στο REX. Εγώ, μένοντας στην οδό Δημακοπούλου, κοντά στον ιερό ναό Αγίου Νικολάου, ήμουν πολύ κοντά στο REX, κι έτσι χωρίς δισταγμό σήκωσα το χέρι μου. Σηκώθηκαν καμιά δεκαριά χέρια. Ο γυμνασιάρχης διάλεξε αυτούς που ήταν μαθητές των Ε’ και Στ’ τάξεων, μεταξύ των οποίων ήμουν κι εγώ. Όλοι οι επιλεγέντες πήγαμε στο γραφείο του Γυμνασιάρχη, όπου βρίσκονταν και αξιωματικοί του Λιμενικού Σώματος. Ένας αξιωματικός μάς είπε ότι: «Στην Καλαμάτα υπάρχουν δύο μόνο σειρήνες για τον συναγερμό της πόλης, σε περίπτωση εμφανίσεως εχθρικών αεροπλάνων, προκειμένου οι κάτοικοι να προλάβουν να πάνε σε ασφαλή μέρη για να προφυλαχθούν από τους βομβαρδισμούς. Η μία σειρήνα βρίσκεται στο Λιμεναρχείο, το οποίο επικοινωνεί με τις στρατιωτικές αρχές και εκτελεί τις εντολές τους, και η άλλη βρίσκεται στο ξενοδοχείο REX στην ταράτσα. Εκεί υπάρχει το μηχάνημα του συναγερμού που έχει μόνο δύο πλήκτρα. Το ένα είναι για την έναρξη του συναγερμού με ήχο διακοπτόμενο και ένα για τη λήξη του συναγερμού με έναν ήχο συνεχή. Ο ήχος είναι οξύς και διαπεραστικός. Υπάρχει κι ένα τηλέφωνο, το οποίο συνδέεται μόνο με το Λιμεναρχείο. Δεν δέχεται άλλες κλήσεις, ούτε μπορεί να πραγματοποιήσει άλλες συνδιαλέξεις. Τον πρώτο από σας θα τον συναντήσω, μας είπε ο αξιωματικός, στο θυρωρείο του REX, στις έξι το απόγευμα. Τα ονόματα των άλλων θα τα δώσω στο θυρωρείο, σημειώνοντας και τον αριθμό του πηλικίου σας. Η αλλαγή της βάρδιας θα γίνεται κάθε τρεις ώρες. Έχει ηλεκτρικό φως και μπορείτε να διαβάζετε κάποιο βιβλίο, και προσοχή μην σας πάρει ο ύπνος. Πρώτος θα έρθει ο Σωκράτης Λεκέας, ο οποίος όπως ξέρω από την ΕΟΝ, έχει και πτυχίο σηματωρού. Τις οδηγίες που θα δώσω στον πρώτο, αυτός θα τις μεταφέρει στον δεύτερο και στη συνέχεια θα μεταφέρονται από τον έναν στον άλλον».
Στις 6 η ώρα ήμουν παρών στο REX με το πηλίκιό μου. Ανεβήκαμε με τον αξιωματικό στην ταράτσα, ανοίξαμε το κουβούκλιο, χώρος περίπου 1,50×1,50, με ένα παραθυράκι, και μου έδειξε τα πλήκτρα, λέγοντάς μου ότι «ούτε στην ταράτσα θα πρέπει να έρθει κάποιος μη εξουσιοδοτημένος». Δεν μπορώ να περιγράψω πώς ένιωθα τη στιγμή εκείνη, για την ευθύνη που αναλάμβανα στην ηλικία των 15 χρόνων και 6 μηνών. Άλλοτε με φόβιζε το άγνωστο, άλλοτε ένιωθα υπερηφάνεια, γιατί ήμουν ο πρώτος που θα αναλάμβανα μία σημαντική δουλειά με τεράστιες ευθύνες απέναντι στους Καλαματιανούς. Σκεπτόμουν τι θα έλεγαν οι γονείς μου, τα αδέρφια μου, οι γιαγιάδες μου. Βυθισμένος στις σκέψεις αυτές, λίγο μετά που είχε πέσει το σκοτάδι, χτύπησε το τηλέφωνο. Με πολλή ανησυχία απαντώ στο τηλεφώνημα. Ακούω: «Εδώ Λιμεναρχείο. Χτύπησε έναρξη συναγερμού! Τώρα αμέσως! Εμείς χτυπάμε την δικιά μας σειρήνα!» Πάτησα το πλήκτρο. Ένας εντονότατος ήχος ακούστηκε διακοπτόμενος 1-2 δευτερόλεπτα. Δεν μπορώ να ξέρω πόσο διήρκεσε ο συναγερμός αυτός. Σταμάτησε και προσπαθούσα να ξεβουλώσω τα αυτιά μου από τη δοκιμασία του έντονου ήχου. Σκεπτόμουν ποια θα ήταν η αντίδραση των Καλαματιανών και τι θα έκαναν στον επικείμενο βομβαρδισμό της πόλης. Δεν πρέπει να πέρασαν 15-20 λεπτά και φάνηκε ο συμμαθητής που θα με αντικαθιστούσε. Ενημερώνοντάς τον γι’ αυτά που μου είχε πει ο αξιωματικός, ξαναχτυπά το τηλέφωνο. Το σηκώνω και ακούω: «Εδώ Λιμεναρχείο. Χτύπησε τη λήξη του συναγερμού αμέσως!» Πάτησα το πλήκτρο και ακούστηκε ένας έντονος συνεχής ήχος για μερικά δευτερόλεπτα. Μετά χαιρέτισα τον συμμαθητή μου και κατέβηκα στο ισόγειο του ξενοδοχείου, προχωρώντας στην έξοδο. Τότε βλέπω ένα πλήθος ανθρώπων να τρέχει προς το ποτάμι του Νέδοντα, που ήταν φυσικό καταφύγιο, λέγοντας συνεχώς: «Τρέξτε σύντομα! Ακούσατε και τον δεύτερο συναγερμό! Αυτό σημαίνει ότι τα αεροπλάνα πλησιάζουν». Αντέδρασα φωνάζοντας στους τρέχοντες: «Ο συναγερμός έληξε! Το δεύτερο χτύπημα ήταν για τη λήξη του συναγερμού! Γυρίστε στα σπίτια σας. Εγώ χτύπησα το συναγερμό για τη λήξη του!». Κανένας δεν έδωσε σημασία στις φωνές ενός πιτσιρικά με κοντά παντελόνια. Φώναξα 2-3 φορές ακόμα. Διαπιστώνοντας ότι δεν με άκουγε κανείς, ούτε μου έδιναν σημασία, πήγα στο δωμάτιό μου για ύπνο. Την άλλη μέρα, πηγαίνοντας στο σχολείο, μας είπαν ότι οι επαρχιώτες μπορούν να φύγουν για τα χωριά τους. Τη σειρήνα την ανέλαβαν στρατιωτικοί. Έφυγα κι εγώ για την Καρδαμύλη.
Μαρτυρία του Σωκρ. Λεκέα για την πρώτη μέρα του πολέμου στην Καλαμάτα. Περιέχεται στο βιβλίο του 92 χρόνια ζωής, Copyline, Αθήνα 2017.