ΛΟΥΛΑΚΗΣ ΑΡΓΥΡΙΟΣ


Ο Αργ. Λουλάκης, κάτοικος Επταχωρίου, ήταν 15 ετών κατά την κήρυξη του Ελληνοϊταλικού Πολέμου
[Αποστολέας: Ιωάννα Λουλάκη].

Στις 28 Οκτωβρίου, που κηρύχτηκε ο πόλεμος, το χωριό άδειασε για 3-4 μέρες, κρυφτήκαμε στο δάσος και στα κατσάβραχα Βοΐου, στις καλύβες που είχαν στα χωράφια τους εκεί κάποιοι χωριανοί.
Δεν ησύχαζα, δεν μπορούσα να είμαι κρυμμένος κι ο πόλεμος ν’ ακούγεται… κατέβηκα στο χωριό και πήγα στο λόφο όπου ήταν το φυλάκιο, με μερικούς στρατιώτες να χειρίζονται ασύρματο, παίρνοντας και στέλνοντας μηνύματα. Ήξερα καλά τους δύο, σπίτι μας έμεναν δυο μήνες, όλα τα σπίτια φιλοξένησαν στρατιώτες τότε.
«Ήρθα να βοηθώ σε ό,τι μπορώ», είπα.
«Τότε να σε κάνουμε εθελοντή».
Και έγινα εθελοντής, μου έδωσαν και στρατιωτικά ρούχα, κι εγώ καμάρωνα έτσι ντυμένος!
Όταν έφεραν στο χωριό τον Δαβάκη, τραυματισμένο, πήγα στο σπίτι που τον είχαν, στου Τζημόπουλου το σπίτι [Σημ. Τζημοπούλειο Λαογραφικό Μουσείο Επταχωρίου], και ζήτησα να τον δω…
Δε μ’ άφηνε ο φρουρός στην πόρτα. Επέμενα. «Τον ξέρω, μιλούσαμε όλο τον καιρό, θέλω να ρωτήσω πώς πάει ο πόλεμος!» φώναζα.
Πήρε είδηση από πάνω ο Δαβάκης (αυτό ήθελα κι εγώ) και φώναξε:
«Αφήστε το παιδί!»
Ήταν ανασηκωμένος στο σιδεροκρέβατο και σηκώνοντας το χέρι (δεν τον ξεχνώ): «Έλα, λεβέντη μου, μη φοβάσαι. Όλα καλά παν, θα τους μαντρώσουμε όπου να ‘ναι!»