ΖΟΥΜΠΟΣ ΧΡΙΣΤΟΣ


O Χρ. Ζούμπος από τα Κανάλια Καρδίτσας πολέμησε στον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο
[Αποστολέας: Κωνσταντίνος Μαυρομμάτης].

Ήμουν κληρωτός στο στρατό, το 1939, και επειδή ήμουν πολύτεκνος, υπηρέτησα οκτώ μήνες, ενώ οι άλλοι φαντάροι υπηρετούσαν 12 μήνες. Όταν απολύθηκα, στις 26 Οκτωβρίου 1939, ήρθα στο χωριό και δούλεψα στα χωράφια της οικογένειάς μου ένα χρόνο, ιδιαίτερα το καλοκαίρι του 1940.
Ένα χρόνο αργότερα από την εκπλήρωση της θητείας μου, στις 28 Οκτωβρίου 1940, κηρύχτηκε επιστράτευση. Εκείνη την ημέρα ήμουν στην Καρδίτσα, όπου πήγα να πάρω μια μουσκίδα (θηλυκό μοσχάρι), που την είχαμε για να παχύνει εκεί. Μόλις, όμως, έμαθα στην Καρδίτσα για την επιστράτευση, άφησα τις υπόλοιπες δουλειές και ξεκίνησα περπατώντας για το χωριό. Στο δρόμο που ερχόμουνα, στην ίσια τη γραμμή, άκουσα τις καμπάνες να βαρούν.
Στο χωριό μαζευτήκαμε στην πλατεία όλοι και συζητούσαμε διάφορα για τον πόλεμο που μας κήρυξε η Ιταλία στα αλβανικά βουνά. Γέμισε η πλατεία κόσμο. Σε λίγο έρχεται από το Φανάρι ο Σωτήρης Παπανικολάου, πατέρας του Αποστόλη Παπανικολάου, που ήταν κλητήρας του χωριού, ανέβηκε πάνω από τη μικρή τη βρύση, και μας διαβάζει τη διαταγή της επιστράτευσης με τις είκοσι δύο, νομίζω, ηλικίες που καλούνται κατά σειρά.
Το βράδυ πήγαμε στο σπίτι, ετοιμαστήκαμε όσο μπορούσαμε καλύτερα, κοιμηθήκαμε όλο ανησυχία και την άλλη μέρα το πρωί ξεκινήσαμε όλοι από εδώ, πάνω από 60 άτομα, και κατευθυνθήκαμε με τα πόδια στον σιδηροδρομικό σταθμό Φαναρίου. Εκεί, όσοι ήμασταν για τα Τρίκαλα, μπήκαμε στην πρώτη αμαξοστοιχία, οι υπόλοιποι έμειναν και περίμεναν την άλλη που πήγαινε προς το Δεμερλί (σημ. Σταυρός), για να πάνε στη Λάρισα. Δεν είχαμε μαζί μας φύλλο πορείας, αλλά ήξερε ο καθένας να πάει εκεί που είχε υπηρετήσει πρωτύτερα στον στρατό και από όπου είχε πάρει απολυτήριο.
Εμείς παρουσιαστήκαμε στο Σύνταγμα που έδρευε στο Τρίκαλα. Εκεί μας έγραψαν σε έναν κατάλογο, μας έδωσαν καινούργια άρβυλα και καινούργια στρατιωτική στολή, και βγάλαμε τα δικά μας πολιτικά ρούχα και παπούτσια, τα οποία τα κάναμε έναν μπόγο, γράψαμε απ’ έξω το όνομα και τη διεύθυνσή μας και τα παραδώσαμε για να τα αποστείλουν στα σπίτια μας. Τα καινούργια ρούχα που μας έδωσαν τα ζήλευαν οι παλιοί φαντάροι που βρήκαμε εκεί, διότι αυτοί είχαν πλέον φθαρμένα από τον χρόνο ρούχα και άρβυλα. Θυμάμαι ότι βρήκα εκεί τον παλιό φαντάρο, το συνομήλικό μου Χρήστο Βάλλα, παιδί του Αποστόλη Βάλλα, που τελικά σκοτώθηκε στην Αλβανία, όπως έμαθα αργότερα. Όταν με είδε με την ολοκαίνουργια στολή, είπε:
‒ Άρα εσύ έχεις καινούργια ρούχα μια χαρά, ενώ τα δικά μου πάλιωσαν.
Μετά από δυο μέρες ξεκίνησε ολόκληρο το 5ο Σύνταγμα με τα πόδια για την Αλβανία. Εγώ δεν πήγα μαζί τους γιατί μ’ έγραψαν να πάω στο Δεμερλί για να φυλάω τη γέφυρα εκεί από τυχόν σαμποτάζ, μαζί με άλλους φαντάρους εκείνης της μονάδας. Μάλιστα εκεί που μας έγραφαν πού θα πάμε ο καθένας, άκουσα τον επικεφαλής να λέει:
‒ Γράψε κι αυτόν.
Κι εγώ νόμισα ότι μ’ έγραψε για το μέτωπο. Την άλλη μέρα, όμως, μας μαζεύουν όλους μαζί και μας λένε:
‒ Εσείς θα πάτε για το Δεμερλί, στον Λόχο Ασφαλείας.
Εκεί έμεινα 20 μέρες, άλλες 15 μέρες τις πέρασα φυλάγοντας μια άλλη γέφυρα στο Στύρφακα της Λαμίας. Ύστερα ήρθε διαταγή να επιστρέψω στα Τρίκαλα, γιατί ήμουν σε μικρή ηλικία, μόλις 21 ετών, και μπορούσα να πολεμήσω, ενώ εδώ στα «μετόπισθεν» έβαλαν παλιές ηλικίες, 27 και 28 ετών.
Στα Τρίκαλα, που συγκεντρώθηκαν και άλλοι πολλοί, μας παίρνουν και μας πηγαίνουν πάνω προς την Αλβανία. Δεν μας πήγαν, όμως, από εδώ από την Καλαμπάκα, που πήγαν οι άλλοι, αλλά μας βάζουν στο τρένο και μας πηγαίνουν στην Αθήνα, στον Πειραιά, στο Σύνταγμα του Ρουφ. Από εκεί μας βάζουν σε καράβι και μας περνάνε απ’ τον Ισθμό της Κορίνθου νύχτα και μας κατέβασαν στο Αγρίνιο, και από εκεί με τα πόδια περάσαμε από την Πρέβεζα, από την Άρτα, όπου τότε είδα το ξακουσμένο γεφύρι της Άρτας, και καταλήξαμε στα Γιάννενα. Ο καιρός ήταν ακόμη καλός, δεν χιόνιζε, ούτε έβρεχε. Μετά έπιασε ο βαρύς χειμώνας.
Από τα Γιάννενα μας πήγαν, πάλι με τα πόδια, κατ’ ευθείαν μέσα στην Αλβανία, όπου στο μεταξύ είχε προχωρήσει ο στρατός. Περάσαμε το Καλπάκι, περάσαμε την Πρεμετή και βγήκαμε απέναντι, όπου περνάει ένα ποτάμι, Αώος μού φαίνεται ότι ονομάζεται. Εκεί σ’ ένα πλάι δασωμένο κατασκηνώσαμε κάπου 200 με 300 άνδρες και άρχισαν να μας κατατάσσουν σε συντάγματα.
Ήταν εκεί πολλοί Καναλιώτες, όπως ο Μήτσος Μιχάλης, Λάμπρος Λιασκοβίτης, Γιάννης Λιασκοβίτης και άλλοι. Εμένα με τους δυο Λιασκοβιτέους μάς διέγραψαν από το 5ο Σύνταγμα Τρικάλων, όπου είχαμε καταταγεί στην αρχή, και μας έριξαν στο 7ο Σύνταγμα Χαλκίδας, που είχε ως επί το πλείστον στρατό της περιοχής της Χαλκίδας, με πολλούς Αρβανίτες. Κάποιες φορές πηγαίναμε στα γύρω αλβανικά χωριά: Κάιζα, Βενογκάζι κ.λπ.
Εκεί μας πήραν τα χιόνια, ώσπου να ανασυνταχθούμε και να ετοιμασθούμε για τις επιχειρήσεις. Ήταν πλέον 25 Δεκεμβρίου 1940.
Μια μέρα ήρθε για πρώτη φορά η σειρά στο τάγμα μας να πάει στη μάχη. Από δω από την Πρεμετή ήμασταν εμείς, από εκεί στο «Σπιτ Καμαράτ», που ήταν τσιφλίκι, βρίσκονταν οι Ιταλοί. Η απόσταση μεταξύ μας ήταν δεν ήταν 2-3 χιλιόμετρα. Κινάμε κατά το απογευματάκι λίγοι-λίγοι, διμοιρίες-διμοιρίες, για να μην είμαστε πολλοί και δίνουμε στόχο και μας βάνουνε με τα κανόνια οι Ιταλοί. Μπροστά ήταν, μαζί με άλλους, ο Γιάννης Λιασκοβίτης και παρά πίσω ερχόμασταν εμείς. Μας έδωσαν εντολή να καταλάβουμε το «Σπιτ Καμαράτ» και το Μοναστέρο. Εκεί, στα χωριά αυτά, ήταν καλά οργανωμένοι οι Ιταλοί. Ως όπλα είχαμε από ένα «μάλινχερ» ο καθένας, αλλά μας υποστήριζαν και τα πολυβόλα. Εκεί που πηγαίναμε έπρεπε να περάσουμε από έναν παραπόταμο του Αώου, που είχε πολύ νερό γιατί την προηγούμενη είχε βρέξει και κατέβασε. Γέφυρα δεν υπήρχε και έτσι πατήσαμε μέσα στο νερό και βράχηκαν τα παπούτσια και τα παντελόνια μας μέχρι το γόνατο. Οι Ιταλοί μάς είδαν και άρχισαν να πυροβολούν. Πυροβολούσαμε κι εμείς ανταποδίδοντας τα πυρά. Ο Γιάννης Λιασκοβίτης, που ήταν μπροστά, μόλις πέρασε το ποτάμι, τραυματίζεται στο πόδι, στη γάμπα και δεν μπορούσε να περπατήσει. Έτσι τον παίρνουν στον ώμο δυο φαντάροι (ο ένας ήταν από τις Κουμάδες και τον ήξερε). Όταν έφθασαν, όμως, στο ποτάμι, κιότεψαν να τον περάσουν απέναντι, γιατί είχε πολύ νερό, και τον άφησαν εκεί στην ακροποταμιά.
Πίσω από τη διμοιρία του Γιάννη πήγαινε η δική μας διμοιρία. Όταν περάσαμε το ποτάμι, βρίσκω τον Γιάννη να πονάει πολύ και να παραπονιέται που τον εγκατέλειψαν οι άλλοι. Μόλις με βλέπει εκείνος, φώναξε:
‒ Ωρέ Χρήστο, έλα να με βοηθήσεις, τραυματίστηκα.
Τον παίρνω τότε ζαλίκα και με χίλιες δυο δυσκολίες κατάφερα και τον έβγαλα απέναντι, κι εκείνος σιγά σιγά, με τη βοήθεια άλλων, γύρισε στη βάση του τάγματος. Έπειτα εγώ ξαναπέρασα το ποταμάκι, κάτω από τις σφαίρες των Ιταλών, και πήγα στον προορισμό μου, αφού ενώθηκα με τη διμοιρία μου. Εκεί πλέον οι Ιταλοί δεν μας έβλεπαν και σταμάτησαν να βάζουν. Εκεί που φτάσαμε ήταν ένα χάνι, μέσα σε μια ρεματιά, το χάνι Μπαλαμπάν, όπως το έλεγαν, και χρησίμευε για να σταματούν και να ξεκουράζονται ή ακόμη και να διανυκτερεύουν οι Αλβανοί οδοιπόροι. Ήταν σαν τα παλιά χάνια τα δικά μας, όπου περνούσαν οι αγωγιάτες και ξενυχτούσαν το βράδυ.
Σουρούπωσε, και στο μεταξύ έφθασε και μια δεύτερη διμοιρία. Εκεί περάσαμε όλη τη νύχτα, βγάλαμε τα άρβυλα και προσπαθούσαμε να στεγνώσουμε τις κάλτσες και τα μπατζάκια από τα παντελόνια. Ούτε φωτιά ανάψαμε, ούτε τίποτε άλλο κάναμε. Δεν φθάνει δε που βραχήκαμε στο ποταμάκι, έβρεξε και το βράδυ και έτσι αποτελείωσε το κακό. Αλλά ήμασταν νέοι, τότε, και δεν είχαμε ανάγκη. Τα υποφέραμε όλα υπομονητικά.
Κατά τα χαράματα ξυπνήσαμε και ετοιμαστήκαμε για την επίθεση. Εμείς από δω, είχαμε τον κεντρικό τομέα, και το άλλο τάγμα από εκεί ήταν στα πλευρά των Ιταλών. Ξεκινάω, λοιπόν, εγώ με την ομάδα μου –ξέχασα να πω ότι ήμουν δεκανέας– σε ένα πολύ άσχημο μέρος και απότομο, που έδινε στόχο στους Ιταλούς και μας χτυπούσαν συνεχώς. Ενώ οι άλλοι ήταν παράπλευρα. Πυροβολούσαμε κι εμείς προχωρώντας κι ανεβαίνοντας όλο και πιο ψηλά. Από το πολύ το πολυβολητό των Ιταλών τραυματίστηκε σχεδόν όλη η ομάδα, καμιά δεκαριά άνδρες, άλλος ελαφρύτερα και άλλος βαρύτερα. Ευτυχώς δεν είχαμε νεκρούς. Μόνο ένας από τους άντρες μου έμεινε χωρίς να τραυματισθεί, ο Γιάννης Επιδέξιος από τον Βόλο, ράφτης στο επάγγελμα. Οι τραυματίες γύρισαν όλοι πίσω.
Εγώ με τον Γιάννη, για να αποφύγουμε τις βολές των Ιταλών, και για να προφυλαχθούμε, πλακώσαμε σε μια νεροσυρμή, ανταποδίδοντας τα πυρά.
‒ Πάμε να προχωρήσουμε, Γιάννη, από εκεί, του λέω.
‒ Κάτσε μωρέ λίγο, απαντά. Δεν βλέπεις, μείναμε οι δυο μας. Κάτσε να δούμε τι διάβολο θα γίνει.
‒ Πρέπει να πάμε, λέω εγώ, τέτοια διαταγή έχουμε. Να ανεβούμε ακόμα πιο ψηλά για να καταλάβουμε το «Σπιτ Καμαράτ» με τους άλλους από εκεί, από την άλλη μεριά.
Στο μέρος αυτό ήταν ένα τάγμα Ιταλών και τους πολιορκούσαμε από τις τρεις μεριές. Έναν δικό μας φαντάρο τον είδα που ταμπουρώθηκε πίσω από μια μεγάλη πέτρα και τον χτυπούσε συνέχεια το πολυβόλο το ιταλικό, και οι σφαίρες έπεφταν βροχή και έσχιζαν την πέτρα. Αυτός, όμως εκεί, ανταπέδιδε τα πυρά. Τι απέγινε αυτός ο άνθρωπος δεν έμαθα.
Εμείς οι δυο προχωρούσαμε σερνόμενοι στο έδαφος, και σε μια στιγμή σηκώνει το όπλο ο Γιάννης για να βάλει. Αμέσως τον παίρνει μια σφαίρα εχθρική και τον τραυματίζει στο χέρι.
‒ Ωχ! Ωχ! τραυματίστηκα, φωνάζει.
Εκείνη την ώρα κιότεψα.
‒ Ε βρε Γιάννη, τραυματίστηκες κι εσύ. Έμεινα τώρα μονάχος μου. Τι να κάνω;
Τον δένω το χέρι, και αμέσως εκείνος γύρισε πίσω να πάει να βρει τους άλλους τραυματίες, αφού μου έδωσε κάτι φαγώσιμα (σιτάρι, σταφίδες και άλλα), καθώς και μερικά πράγματα που θα με χρειάζονταν. Έβγαλε και μια φανέλα από το σακίδιο.
‒ Αυτή τη φανέλα, Χρίστο, δεν σ’ τη δίνω, γιατί την έπλεξε η αδερφή μου και την έχω για ενθύμιο.
Ύστερα με χαιρέτησε και σύρθηκε προς τα πίσω για να επανέλθει στη βάση, απ’ όπου ξεκινήσαμε την προηγούμενη ημέρα, και να συναντηθεί με τους άλλους τραυματίες. Τους τραυματίες αυτούς τους πήγαιναν στο «τωρινό» (προσωρινό) νοσοκομείο, που είχαν στήσει στο έδαφος της Αλβανίας και από εκεί τους προωθούσαν στα Γιάννενα.
Εγώ, λοιπόν, μόνος προχωρούσα προς τα πάνω και όλο πιο ψηλά, πότε πυροβολώντας και πότε προσπαθώντας να προφυλαχθώ από τα καταιγιστικά πυρά των Ιταλών. Στην αναρρίχηση αυτή βρήκα και άλλους στρατιώτες, από άλλες μονάδες, που προχωρούσαν κι αυτοί. Στην επίθεση αυτή μας βοηθούσε και το πυροβολικό μας, το οποίο με τα κανόνια του σφυροκοπούσε την περιοχή των Ιταλών.
Κάποια ώρα τα πυρά των Ιταλών αραίωσαν και σχεδόν σταμάτησαν. Τι είχε συμβεί; Το άλλο τάγμα που έκανε την επίθεση από την άλλη πλευρά το κατέλαβε το ύψωμα «Σπιτ Καμαράτ», που ήταν ολάκερος στρατώνας, και οι Ιταλοί όλοι παραδόθηκαν. Έτσι εμείς απλώς ανεβήκαμε εκεί και είδαμε τις οχυρώσεις των Ιταλών. Εκεί βρήκα και το Λάμπρο Λιασκοβίτη, ο οποίος κατέφθασε με άλλη διμοιρία.
‒ Πού είσαι, μωρέ Χρίστο, μου λέει μόλις με είδε.
‒ Εδώ είμαι, του απαντώ, και χαρήκαμε και οι δυο που ήμασταν ζωντανοί και δεν λαβωθήκαμε.
Κάποια στιγμή, όμως, ακούμε κάτι χειροβομβίδες να εκτοξεύονται μέσα από τα παράθυρα και τις πόρτες του στρατώνα με τα πολλά δωμάτια, καθώς και τα χαρακώματα των Ιταλών και να σκάζουν δίπλα μας. Αμέσως πήραμε όλοι ξανά θέση μάχης, πυροβολώντας προς τη θέση που ήρθαν οι χειροβομβίδες. Σε λίγο σίγησαν οι Ιταλοί και σήκωσαν κάτι άσπρα πανιά ή μαντήλια, οπότε πάψαμε πυρ και εμείς. Ήταν έτοιμοι να παραδοθούν. Έλα, όμως, που δεν έτυχε να είναι κανένας αξιωματικός δικός μας εκεί κοντά, για να τους παραλάβει. Τότε αναλαμβάνει ρόλο αξιωματικού ένας λοχίας από τη Μεσοχώρα Τρικάλων, ονόματι Αλέκος Κορδαλής, ο οποίος ήταν βιβλιοπώλης στα Τρίκαλα. Ο Κορδαλής προχωρεί προς το διώροφο μεγάλο σπίτι-καταφύγιο και αμέσως βγαίνει από μέσα ένας Ιταλός ταγματάρχης και του παραδίδει το πιστόλι κρατώντας το ανάποδα, η κάννη να σκοπεύει τον εαυτό του. Σιγά σιγά έβγαιναν από μέσα και από τα άλλα μέρη του σπιτιού πολλοί Ιταλοί. Πλημμύρισε ο τόπος. Ένα ολόκληρο τάγμα, 300 ανδρών, ήταν χωμένο εκεί στο οχυρό αυτό που το έλεγαν «Σπιτ Καμαράτ» και ήταν παλιό τσιφλίκι με δύο μεγάλους ορόφους.
Εμείς, βέβαια, ήμασταν δυο τάγματα, ένα από εδώ και άλλο από εκεί. Αλλά αυτοί είχαν το πλεονέκτημα ότι ήταν ταμπουρωμένοι, ενώ εμείς αποτελούσαμε ανοιχτό στόχο. Παρά ταύτα καταφέραμε και τους εξοντώσαμε. Καταφέραμε να καταλάβουμε το ύψωμα αυτό, που ήταν σαν να ξεκινήσαμε από τη Λοξάδα μέχρι τα Ταμπούρια.
Τους αιχμάλωτους Ιταλούς τούς παραδώσαμε στα όπισθεν και εμείς μείναμε εκεί για να φυλάμε το ύψωμα που είχε στρατηγική σημασία. Οργανώσαμε όσο μπορούσαμε καλύτερα τις θέσεις μας.
Πιο δίπλα και λίγο πιο ψηλά ήταν ένα άλλο μέρος που το λέγαμε «Δασωμενό», επειδή είχε ένα μικρό δάσος, όπως ο Αϊ-Λιας ο δικός μας, με λίγο μεγαλύτερα δένδρα. Εκεί καθόμασταν και φυλάγαμε καραούλι. Το βράδυ βγαίναμε και κάναμε περίπολο στα γύρω μέρη.
Το μέτωπο αυτό που ανοίξαμε, φαίνεται ότι ήταν πολύ προχωρημένο από το γενικότερο μέτωπο επίθεσης, και οι Ιταλοί κατείχαν τα πλευρά μας και μας σφυροκοπούσαν καθημερινά, χωρίς να κάνουν επίθεση, επί έναν μήνα και παραπάνω. Ας σημειώσω ότι πριν από μας, άλλα τάγματα που επιχείρησαν δεν μπόρεσαν να καταλάβουν το οχυρό «Δασωμένο», που ήταν εκεί κοντά και διαλύθηκαν. Βέβαια, το καταλάβαιναν το ύψωμα αυτό, αλλά μέσα σε ένα δυο μερόνυχτα έκαναν αντεπίθεση οι Ιταλοί και το ανακαταλάμβαναν πάλι, με πολλά θύματα δικά μας και δικά τους. Εμείς, όμως κατείχαμε πάντα το «Σπιτ Καμαράτ» που είχε μεγάλη στρατηγική σημασία.
Αλλά και το δικό μας τάγμα είχε πολλές απώλειες, και μόνο λίγοι μείναμε ζωντανοί και ακέραιοι. Αρκεί να αναφέρω ότι από το χωριό μας μόνο εγώ και ο Λάμπρος Λιασκοβίτης μείναμε στο τάγμα. Οι άλλοι όλοι τραυματίστηκαν. Έτσι τραυματίες ήταν οι: Αποστόλης Μητρώνας, Θωμάς Παγώνης, Παναγιώτης Ζήσης, Γιώργος Σδρόλιας, και άλλοι, αλλά και Φαναριώτες αρκετοί, που δεν τους θυμάμαι. Έτσι και το δικό μας τάγμα είχε πολλές απώλειες που αναπληρώνονταν από άλλους στρατιώτες, που στο μεταξύ κατέφθαναν για να αντικαταστήσουν τους σκοτωμένους και τους λαβωμένους. Κάποια φορά ήρθε και ολόκληρο τάγμα για να αναπληρώσει τις μεγάλες απώλειες που είχε το δικό μας τάγμα.
Οι επιθέσεις των Ιταλών ήταν σχεδόν καθημερινές, αλλά δεν μπόρεσαν να μας πάρουν. Στο μεταξύ ήρθε διαταγή εμείς να γυρίσουμε πίσω, για να ξεκουραστούμε, αφού αντικατασταθήκαμε από άλλο καινούργιο τάγμα. Ήρθαμε τότε πίσω, στήσαμε τις σκηνές και πραγματικά απολαύσαμε την ανάπαυση έπειτα από ενάμιση σχεδόν μήνα συνεχούς πολέμου.
Στη θέση αυτή της ανάπαυσης μείναμε καμιά δεκαριά μέρες. Από εκεί περνούσαν διάφορα τμήματα στρατού προς το μέτωπο. Μια μέρα περνούσε το 5ο Σύνταγμα προς το μέτωπο, με επικεφαλής έναν ταγματάρχη Καράγιωργα, που τον είχαμε δει στα Τρίκαλα. Βλέπω εκεί τον μακαρίτη Γεώργιο Σδρόλια, αδελφό του Αλέκου Σδρόλια (κ. Παναή), να περνάει στη φάλαγγα λίγο καθυστερημένος από το τάγμα του. Μόλις τον είδα, τρέχω να τον χαιρετήσω και διαπιστώνω πως ήταν άρρωστος με πυρετό.
‒ Πού θα πας αυτού παν, αρά Γιώργου, του λέω, αυτού απάνω καίγεται ο τόπος. Κάτσε εδώ.
‒ Πού να κάτσω, μωρέ Χρίστο, έχουμε έναν κερατά λοχαγό, που μας δέρνει, μας σκοτώνει στο ξύλο, όταν δεν εκτελούμε τις διαταγές.
Ήταν φανερό ότι θα μπορούσε να παραμείνει πίσω, γιατί εκεί στο μέτωπο, ούτε προσκλητήριο γινόταν, ούτε απαρίθμηση των αντρών. Αν κανένας απουσίαζε, δεν θα τον μετρούσαν. Θα πήγαινε την επόμενη μέρα. Σάμπως έβρισκες άκρη εκεί μέσα στη φωτιά;
Δεν έκατσε. Ο Γιώργος προτίμησε να είναι συνεπής στις στρατιωτικές του υποχρεώσεις και προχώρησε. Ήταν νηστικός πάνω στην πορεία, έρχονταν από μακριά και του έδωσα λίγο τυρί κασέρι, λίγη σταφίδα και ό,τι άλλο είχα, έφαγε και ξεκίνησε, ακολουθώντας τους άλλους.
Την άλλη μέρα μού λέει ένας στρατιώτης:
‒ Δεκανέα, εκείνος ο πατριώτης σου που πέρασε χθες από εδώ, τραυματίστηκε. Τον είδα που τον πήγαιναν με το φορείο για το νοσοκομείο στα Γιάννενα, την ώρα που εσύ έλειπες από εδώ.
‒ Ας είναι, σώθηκε ο φουκαράς, αφού τραυματίστηκε και δεν σκοτώθηκε, είπα εγώ.
Αλλά ο Γιώργος είχε βαρύ κοιλιακό τραύμα και έμαθα ότι, λίγο αργότερα, πέθανε, είτε όταν έφθασε στα Γιάννενα, στο νοσοκομείο, είτε πιο μπροστά.
Στο μέρος αυτό μείναμε, κάνοντας μερικές μικρές μετακινήσεις, μέχρι τις 9 Μαρτίου 1941.
Τότε έγινε η μεγάλη Εαρινή Επίθεση των Ιταλών, με αρχηγό τον ίδιο το Μουσολίνι, όπως έλεγαν, ο οποίος παρακολουθούσε την επιχείρηση από την Τρεμπεσίνα. Αλλά εμείς τους κρατήσαμε, μείναμε στις θέσεις μας και δεν μπόρεσαν να σπάσουν. Η μονάδα η δική μου δεν ήταν ακριβώς στη γραμμή του πυρός, αλλά λίγο πιο πίσω. Πολεμούσαμε, όμως, κι εμείς.
Η μεγάλη μάχη διήρκεσε δυο τρεις μέρες. Το χωριό, όμως, Μοναστέρο το είχαν οι Ιταλοί ακόμη, αλλά δεν μπόρεσαν να σπάσουν εμάς εδώ, στον Αώο ποταμό. Ήθελαν τα τανκς να περάσουν το ποτάμι, αλλά ο στρατός μας τα χτυπούσε συνεχώς με το πυροβολικό και τα καθήλωναν. Έτσι ανέβηκε και η δική μου ομάδα πλέον στο «Δασωμένο». Εκεί μας έβαλαν να φυλάμε περίπολα τη νύχτα, για να παρακολουθούμε τον εχθρό.
Μια επόμενη μέρα οι δικοί μας έκαναν μεγάλη μάχη και το κατέλαβαν το χωριό Μοναστέρο. Έτσι τα περίπολα πήγαιναν γύρω και από το χωριό αυτό, μην τύχει και έρθουν οι Ιταλοί. Οι περιπολίες ήταν δύσκολες, με πολλή ταλαιπωρία, γιατί είχε βρέξει και οι λάσπες ήταν πάρα πολλές. Το χώμα εκεί ήταν σαν κίτρινη γλίνα και κολλούσε πολύ. Ήταν καμπόσοι φουκαράδες που δεν είχαν άρβυλα στα ποδάρια κι έπαθαν κρυοπαγήματα. Οι επιχειρήσεις και τα σαμποτάζ δεν είχαν τελειωμό. Άλλοτε πηγαίναμε εδώ, άλλοτε εκεί, χωρίς πλέον να προχωρήσουμε πιο μέσα και να κάνουμε μεγάλη μάχη. Αρκούμασταν σε εχθροπραξίες. Και ήταν ζήτημα τύχης να μην σκοτωθείς ή να τραυματισθείς.
Θυμάμαι μια περίπτωση, όπου είχαμε το οπλοπολυβόλο στημένο όλη η ομάδα μας σ’ ένα ύψωμα κι εγώ καθόμουν εκεί δίπλα. Φυλάγαμε μην τύχει και έρθει ο εχθρός. Εκείνη τη στιγμή με φωνάζει ένας στρατιώτης:
‒ Δεκανέα, έλα να ιδείς έναν Ιταλό. Να τον βάλω;
Ο Ιταλός περνούσε μακριά απέναντι. Σηκώθηκα αμέσως από τη θέση μου και πήγα να ιδώ και του λέγω:
‒ Μην τον βάνεις αρά, για να μη δώσουμε στόχο.
Την ίδια στιγμή έρχεται μια οβίδα ιταλική και σκάζει εκεί ακριβώς που καθόμουνα λίγο πριν. Αν δεν με φώναζε εκείνος να μετακινηθώ, θα έπεφτε πάνω μου η οβίδα και θα με σκότωνε.
Ήρθε ο Απρίλης και τότε χτύπησαν οι Γερμανοί του Χίτλερ.
Ήρθε διαταγή για οπισθοχώρηση. Εμείς δεν ξέραμε γιατί στην αρχή, και απορούσαμε γιατί γυρίζουμε πίσω, αλλά αργότερα μάθαμε για τους Γερμανούς, ότι μπήκαν στην Ελλάδα από την πλευρά της Βουλγαρίας και τη Σερβίας. Μας μάζεψαν, λοιπόν, και μας είπαν:
‒ Παιδιά, εμείς κρατάμε εδώ, αλλά από ανατολικά μπήκαν οι Γερμανοί μέσα και υπογράψαμε συνθηκολόγηση. Από τώρα και πέρα δεν θα έχουμε μάχες. Δεν θα μας πειράξει πλέον κανένας. Θα οπισθοχωρήσουμε οργανωμένα και θα πάμε στα σπίτια μας.
Άρχισε η οπισθοχώρηση. Φθάνουμε στο χωριό Λιασκοβίτη και εκεί που όλο το τάγμα ήταν μέσα σε μια ρεματιά, οι Ιταλοί έρχονταν κοντά μας, μας παρακολουθούσαν και μας κυνηγούσαν θα έλεγα, για να μας πιάσουν αιχμάλωτους. Μας υποστήριζε βέβαια το δικό μας πυροβολικό, που είχε διοικητή τον Καναλιώτη Βασίλειο Χάιδο. Στο χωριό αυτό πιάνουμε μάχη, γερή μάχη, ανήμερα το Πάσχα. και τους τρέπουμε σε φυγή του Ιταλούς, οι οποίοι αποσύρθηκαν αρκετά μακριά πλέον.
Αξίζει να αναφέρω ότι κάποια νύχτα, παραλίγο θα έπιαναν μια διμοιρία, που δεν είχε όπλα, αλλά ευτυχώς αυτοί έτρεξαν και ήρθαν κοντά μας στη ρεματιά. Τους βάζει μια πόστα εκεί ο ταγματάρχης και αμέσως βρήκε την ευκαιρία να μας τονώσει το ηθικό λέγοντας:
‒ Βρε δεν θα φύγουμε από εδώ. Προς τα μπρος, μέσα στην Αλβανία θα πάμε και όχι προς τα πίσω. Πάρτε το χαμπάρι κι ας υπέγραψαν όσες συνθήκες θέλουν.
Η οπισθοχώρηση γινόταν τη νύχτα, για να μη δίνουμε στόχο στους Ιταλούς. Κάνουμε, λοιπόν, κάτω, έζεψε και το πυροβολικό τα πυροβόλα στα μουλάρια, αλλού να μας περνάει κι αλλού να το περνάμε, επειδή αυτό πήγαινε με τα μουλάρια από το δρόμο, που είχε στροφές, ενώ εμείς βαδίζαμε ευθεία και λέγαμε μεταξύ μας:
‒ Να πάμε γρήγορα, να παραδοθούμε στους Γερμανούς, με τους οποίους υπογράψαμε συνθήκη και να μην μας πιάσουν αιχμάλωτους οι Ιταλοί.
Ήθελαν πραγματικά οι Ιταλοί να μας πιάσουν αιχμαλώτους για να μας ανταλλάξουν με τους δικούς τους αιχμαλώτους που πιάσαμε εμείς.
Μετά φθάνουμε νύχτα σιμά στα σύνορα, στη μεσογέφυρα της Κακαβιάς. Εκεί συναντήσαμε τους πρώτους Γερμανούς και φιλικά τούς φωνάζαμε «Χάι Χίτλερ», αλλά αυτοί δεν μας έδιναν καμιά σημασία αν και είχαμε ολόκληρο τον οπλισμό μας. Αυτοί ήταν απασχολημένοι με τη δική τους στρατιωτική ζωή, στα περίπολα, στα καζάνια για φαγητό κ.λπ.
Έφεξε. Φθάνουμε στο Καλπάκι. Εκεί γίνεται μια διάδοση ότι όποιος δεν φθάσει μια ορισμένη ώρα μέσα στα Γιάννενα για να δώσει το «παρών», θα θεωρείται αιχμάλωτος-αγνοούμενος. Αυτή η διάδοση έγινε επίτηδες από εκείνους που ήθελαν να διαλύσουν τον στρατό. Γιατί από τη στιγμή εκείνη έγινε αγώνας δρόμου ποιος θα περάσει τον άλλο. Έτσι, ενώ μέχρι τότε η οπισθοχώρηση γινόταν οργανωμένα, στη συνέχεια σκόρπισε όλως διόλου ο στρατός.
Τέλος πάντων, κακήν κακώς φθάσαμε στα Γιάννενα. Κατεβήκαμε κάτω για να παραδώσουμε τα όπλα σε ένα χωριό λίγο έξω από τα Γιάννενα που λεγόταν Κατσικά. Μετά πήραμε την άδεια για να φύγουμε στα μέρη μας.
Εκεί που πηγαίναμε βρήκαμε έναν μεγάλο σωρό από κονσέρβες σχεδόν αφύλακτες. Γυροστάου (ορμάω) πρώτος εγώ και παίρνω μια γεμάτη κάσα από κονσέρβες στον ώμο. Ακολούθησαν και οι άλλοι, και σε λίγο όλες οι κονσέρβες είχαν εξαφανισθεί. Καθώς ήμασταν πεινασμένοι, πέσαμε με τα μούτρα στο φαΐ. Οι άλλοι, που δεν πρόλαβαν να πάρουν, άρπαξαν από μένα και τους άλλους όσες μπορούσαν, αλλά εγώ πρόλαβα και γέμισα το σακίδιο με κονσέρβες.
Στο χώρο αυτό ήμασταν με τον Λάμπρο Λιασκοβίτη, βρήκαμε και τον Αρίστιππο Παπαποστόλου και μαζί με άλλους Τρικαλινούς κινήσαμε για την επιστροφή. Κοντά στο Μέτσοβο, στο Ανθοχώρι, βρήκαμε το 5ο Σύναγμα να παραδίνει τα όπλα. Μετά κατεβαίνουμε στην Κατάρα, στον Κάμπο του Δεσπότη, πάντα ποδαρόδρομο και από εκεί στα Τρίκαλα συναντώντας πού και πού Γερμανούς, οι οποίοι δεν μας πείραζαν καθόλου. Ήταν μέρα μεσημέρι και ο Αρίστιππος πάει στο σπίτι του Σισόπουλου, με τον οποίο ήταν συγγενής, κι εγώ με το Λάμπρο πήγαμε σε μια ανεψιά της μάνας του, που λέγονταν Κλιάφα.
Την άλλη μέρα πρωί πρωί ξεκινήσαμε για τα Κανάλια με τα πόδια. Μόλις φθάσαμε στο χωριό, καθώς περνούσαμε κάτω από το πουρνάρι, μας βλέπει η αδερφή του Λάμπρου, η Αθηνά Λιασκοβίτη, που δεν μας γνώρισε και φώναξε.
‒ Καλέ φαντάροι, μήπως είδατε κανέναν φαντάρο Λάμπρο Λιασκοβίτη;
‒ Εδώ είμαι, Αθηνά, ήρθα, είμαι ζωντανός, λέει ο Λάμπρος και αμέσως την πλησίασε και αγκαλιάστηκαν.
Η χαρά ήταν μεγάλη και στο δικό μου σπίτι που δεν πίστευαν ότι γύρισα ζωντανός και χωρίς να τραυματιστώ.